Οι άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη

0
67

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ σε όσους γιορτάζουν

21 του μηνός Μαΐου, η Εκκλησία γιορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη των αγίων Κωνσταντίνου και της μητέρας του Ελένης. Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσουμε για τους δυο αυτούς Αγίους της Εκκλησίας και για το έργο τους.

Η ιστορία τον άγιο Κωνσταντίνο τον ονόμασε Μέγα, γιατί το έργο του είναι πραγματικά μοναδικό και μεγάλο είναι έργο, που άλλαξε το δρόμο της ιστορίας του κόσμου. Ο άγιος Κωνσταντίνος είναι ο Ρωμαίος αυτοκράτορας, που πριν απ’ όλα με δύο Διατάγματα στα 312 και 313 έβαλε τέρμα στους αρχαίους διωγμούς της Εκκλησίας.

Ο άγιος Κωνσταντίνος γεννήθηκε στη Ναϊσό, τη σημερινή Νίσσα της Σερβίας, και μεγάλωσε κρατούμενος ως όμηρος στην αυλή του Διοκλητιανού στη Νικομήδεια. Ο Διοκλητιανός, καίσαρας του ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, είναι ο πιο σκληρός από τους διώκτες της Εκκλησίας.

Μεγαλώνοντας στην αυλή του Διοκλη­τιανού, ο Κωνσταντίνος είδε από κοντά τα δεινοπαθήματα των χριστιανών. Αλλά και διαπίστωσε πως οι χριστιανοί ήσαν οι άνθρωποι στους οποίους θα μπορούσε να στηριχτεί η αναδιοργάνωση του κράτους, που βρισκόταν σε παρακμή. Δεν ήταν βέβαια χριστιανός, αλλά έβλεπε πού οδηγούσαν τα πράγματα και ποιό θα ήταν το μέλλον, από μια αλλαγή τακτικής απέναντι στους χριστιανούς.

Σε μια ευκαιρία που του δόθηκε, ο Κωνσταντίνος έφυγε από τη Νικομήδεια κι ήλθε στον πατέρα του Κωνστάντιο, που ήταν τώρα Καίσαρας του δυτικού κράτους στη Ρώμη. Από τότε άρχισε η ραγδαία εξέλιξή του, μέχρι που το 323 σε ηλικία 49 ετών ήταν μονοκράτορας σε Ανατολή και Δύση.

Δεν μπορούμε βέβαια να ιστορήσουμε τώρα για τους πολέμους και για τις νίκες του αγίου Κωνσταντίνου εναντίον των αντιπάλων του. Αρκετό είναι να πούμε μόνο για το όραμα που είδε, όταν ετοιμαζόταν να πολεμήσει με έναν από τους εχθρούς του έξω από τη Ρώμη. Είδε τότε στον ουρανό το σημείο του Σταυρού μέσα σ’ ένα ολόφωτο κύκλο με τις λέξεις «Εν τούτω νίκα».

Αυτό ήταν σημείο ότι τον καλούσε ο Θεός, οπλίζοντάς τον με τη δύναμη του Σταυρού. Ο Σταυρός από τότε είναι το εθνόσημο και το λάβαρο των χριστιανικών λαών. Έπειτα από σκληρούς διωγμούς δυόμιση αιώνων, η πίστη είχε νικήσει τον κόσμο, κι ο τίμιος Σταυρός γινότανε «όπλον ειρήνης» και «αήττητον τρόπαιον» της αυτοκρατορίας. Η αυτοκρατορία αυτή στην Ανατολή από Ρωμαϊκή έγινε Ελληνική κι έζησε χίλια εκατό χρόνια. Κι αυτό πριν απ’ όλα οφείλεται στον άγιο Κωνσταντίνο στα 330 εγκαινίασε τη νέα πρωτεύουσα του κράτους, που έκτισε στη θέση της αρχαίας αποικίας των Μεγαρέων, το Βυζάντιο, στις ακτές του Βοσπόρου και την ονόμασε Κωνσταντινούπολη.

Αλλά μας ενδιαφέρει κυρίως να πούμε για τη μεγάλη προσφορά του αγίου Κωνσταντίνου στην Εκκλησία. Όχι μόνο έπαψε τους διωγμούς και απάλλαξε την Εκκλησία από τους εξωτερικούς της εχθρούς, αλλά φρόντισε και για την εσωτερική της ειρήνη.

Συγκάλεσε λοιπόν το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας την πρώτη οικουμενική Σύνοδο, η οποία καταδίκασε τη μεγάλη αίρεση του Αρείου. Στις συνεδριάσεις της Συνόδου αυτής, που είναι η αρχή του θεσμού των Οικουμενικών Συνόδων της Εκκλησίας, ήταν παρών κι ο άγιος Κωνσταντίνος, ως αρχηγός του κράτους κι όπως έλεγε ο ίδιος, ως «επίσκοπος των έξω». Το 337 σε ηλικία 65 ετών, ο άγιος Κωνσταντίνος σ’ ένα προάστιο της Νικομήδειας έλαβε το άγιο Βάπτισμα και σε λίγες μέρες πέθανε, φορώντας το λευκό χιτώνα του νεοφώτιστου.

Πολύ σπουδαίο υπήρξε το έργο και της αγίας Ελένης. Μετά το θάνατο του συζύγου της Κωνσταντίου, η αγία Ελένη έζησε μαζί με τον άγιο Κωνσταντίνο, που την υπεραγαπούσε και το 317 την ανακήρυξε αυγούστα, δηλαδή βασίλισσα.

Αυτή η αγάπη και ο σεβασμός του Κωνσταντίνου προς την μητέρα του φάνηκε και με την ύψωση δύο στηλών στη μεγάλη πλατεία «Φόρος», η μία στο όνομα της Αγίας Ελένης και η άλλη στο όνομά του, και ανάμεσα τους ένας σταυρός, που έφερε την επιγραφή: «Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού πατρός, Αμήν». Επίσης, για να την τιμήσει, έκοψε νομίσματα με τ” όνομα και τη μορφή της και μετονόμασε το Δρέπανο σε Ελενόπολη.

Διαβάστε επίσης:  Απολυτίκιο της ημέρας: Άγιος Παρθένιος ο Γ (ή Παρθενάκης) Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης(βίντεο)

Με επιθυμία δική της και του αγίου Κωνσταντίνου πήγε στους Αγίους Τόπους. Εκεί σύμφωνα με την παράδοση, κατόπιν θεϊκού σημείου, βρήκε τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό του Κυρίου το 326 μ.Χ.

Όταν έφθασε στα Ιεροσόλυμα, λοιπόν, καθ’ υπόδειξη του Αγίου Κυριάκου, που ήταν Εβραίος και τότε λεγόταν Ιούδας, αλλά και με βάση μία παράδοση που έλεγε ότι μετά την Αποκαθήλωση ο Τίμιος Σταυρός πετάχθηκε σε λάκκο, κοντά στον Γολγοθά, άρχισε αμέσως τις σχετικές έρευνες.

Επειδή όμως επρόκειτο για υπέρογκη εργασία, οι έρευνες στράφηκαν στο μέρος εκείνο, όπου βλάστανε το λουλούδι βασιλικός, του οποίου η ευωδία ήταν έντονη.

Επίσης, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει ότι στον Γολγοθά βρέθηκαν τρεις σταυροί, από τους οποίους ο ένας διαγνώστηκε ότι ανήκει στον Ιησού Χριστό. Το Συναξάρι της εορτής της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού αναφέρει: «διαπορούσης δε της Βασιλίσσης (δηλ. της Αγίας Ελένης), τίς αν είη ο του Κυρίου Σταυρός, διά της εις θανούσαν γυναίκα χήραν θαυματουργίας δείκνυται· και ανέστη τη τούτου προσψαύσει· των δε λοιπών δύο σταυρών των Ληστών μηδέν εις τούτο ενδειξαμένων εις θαυματοποιΐας υπόδειγμα».

Μετά το σημείο αυτό η Αγία Ελένη αποφάσισε να οικοδομήσει επί τόπου το ναό της Αναστάσεως, ένα ακόμη ναό επάνω από το Σπήλαιο της Γεννήσεως στη Βηθλεέμ και άλλους δύο, ένα στο όρος της Αναλήψεως και ένα στο ορός Θαβώρ.

Κατόπιν, η Αγία Ελένη αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη, μεταφέροντας μαζί της τεμάχια του Τιμίου Ξύλου. Στην πορεία της πέρασε για δεύτερη ορά από την Κύπρο. Έτσι αποβιβάστηκε νότια του νησιού κοντά στο σημερινό Ζύγι. Η περιοχή στην οποία αποβιβάστηκε, υπήρχε ένα ποτάμι, το οποίο τότε ονομάστηκε βασιλοπόταμο, κοντά στο οποίο εναπόθεσε τους σταυρούς – κατά την παράδοση, επειδή οι τρεις σταυροί είχαν παραμείνει μαζί για πολλά χρόνια, τους αποσύνδεσε, έσμιξε τα ξύλα τους και τους ξαναέφτιαξε. Από το ξύλο του υποποδίου του σταυρού του Χριστού έφτιαξε, επίσης, ένα άλλο μικρό σταυρό.

Εκεί, εξαντλημένη καθώς ήταν, η ογδοντάχρονη Αγία, έγειρε για να ξεκουραστεί λίγο, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει την πορεία της προς την Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με την Παράδοση κατά τη διάρκεια του ύπνου της, ένας νέος με αγγελική μορφή της είπε: «Σεβαστή μου βασίλισσα, είμαι απεσταλμένος του Παναγάθου Θεού, για να σου εκφράσω το θέλημά Του. Όπως εκεί στα Ιεροσόλυμα έκτισες ναούς, για να δοξάζεται και να υμνείται ο Θεός, έτσι κι εδώ, σε τούτο το νησί το ευλογημένο, πρέπει να πράξεις το ίδιο. Να κτίσεις κι εδώ ιερό ναό, τον οποίο μάλιστα να θεμελιώσεις με το Τίμιο Ξύλο, για να προσκυνείται και να δοξάζεται στους αιώνες ο Σταυρός του Κυρίου από τους κατοίκους αυτού του τόπου. Εδώ θα ζουν Χριστιανοί μέχρι τη συντέλεια του κόσμου».

Η Αγία όταν ξύπνησε, διέταξε αμέσως να γίνει όπως ο λαμπρός εκείνος νέος της υπέδειξε. Ο ένας όμως από τους μεγάλους σταυρούς είχε εξαφανιστεί και εθεάθη στην κορυφή του βουνού Όλυμπος. Εκεί, λοιπόν, βρέθηκε το Τίμιο Ξύλο, το οποίο προς στιγμή είχε χαθεί. Τότε, η Αγία Ελένη με τους συνεργάτες της έκτισαν ναό τον οποίο εγκαινίασαν με το τίμιο Ξύλο και από τότε (327) το βουνό αυτό ονομάζεται Σταυροβούνι, όπου μέχρι σήμερα υπάρχει η ομώνυμη Ιερά Μονή.

Κατόπιν η Αγία αναχώρησε για την Βασιλεύουσα, όπου ο Κωνσταντίνος υποδέχθηκε τον Τίμιο Σταυρό, τους τέσσερις Ήλους (=καρφιά) και την μητέρα του με κάθε λαμπρότητα. Σημειώνουμε ότι απ’αυτούς τους τέσσερις Ήλους, οι δύο τοποθετήθηκαν στο Στέμμα, το οποίο φορούσε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος.

Η Αγία Ελένη κομήθηκε ένα χρόνο αργότερα, σε ηλικία 81 περίπου ετών (328-329) ενώ σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος του Τιμίου Ξύλου φυλάγεται στην Ιερά Μονή Ξηροποτάμου στο Άγιο Όρος.