Το συγκινητικό «αντίο» στον Γιάννη Μιχαλόπουλο

0
1726

«Πολύ κύριος. Πολύ, πολύ πόνεσα», μου είπε το κορίτσι που τον φρόντιζε 18 χρόνια, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Γιατί εκείνος δεν ήθελε δάκρυα και συμβατικότητες. Κρατούσε μόνον την ουσία της ευγένειας.

Κι αυτό ήταν το μεγαλείο του ανθρώπου. «Στο θέατρο είχα μόνον γνωστούς, φίλος ήταν μόνον ο Γιάννης», λέει η Κατερίνα Γιουλάκη, ένας από τους ελάχιστους στην παράξενη φυλή των ηθοποιών που κράτησε αδιάλειπτη σχέση μαζί του ως το τέλος.

Και η Άρτεμις, το μοναχοπαίδι του, μου τονίζει: «Θέλω να γράψεις με κεφαλαία ότι ήταν ΕΝΑΣ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ» κι όταν φεύγει ένας τέτοιος άνθρωπος αφήνει μεγάλο κενό, γιατί όλοι έχουμε γαϊδουρέψει. Υπήρξα τυχερή που ήμουν κόρη του».

Δημοσιογραφικά, έπρεπε πρώτα να μνημονεύσω τη διαδρομή του ως ηθοποιού, ή μάλλον να μην γράψω τίποτα, γιατί δεν είμαι καθόλου ειδική σ’ αυτά που στη δουλειά αποκαλούμε «καλλιτεχνικά». Όμως επιτρέπω στον εαυτό του και με την άδεια του ΑΠΕ-ΜΠΕ, μετά από 25 χρόνια που το υπηρετώ, έναν προσωπικό τόνο.

Γιατί ο Γιάννης Μιχαλόπουλος ήταν ο πολυαγαπημένος μου θείος. Μοναχοπαίδια και τα μοναδικά πρώτα ξαδέρφια αυτός κι η μάνα μου, έχω τις ιστορίες τους χαραγμένες στη μνήμη μου. Για τους παιδικούς καυγάδες που κάνανε στο Μαυρομάτι – την Αρχαία Μεσσήνη – σε ποιόν θα σερβίρει η γιαγιά στο πορσελάνινο πιάτο με την κόκκινη ρίγα- γιατί τα άλλα ήταν πήλινα.

Διαβάστε επίσης:  ΘΡΙΛΕΡ: Απαγωγή και ληστεία επιχειρηματία στα Πατήσια

Για τα πρώτα νεανικά χρόνια των δύο στα Εξάρχεια και στο Μετς που έμεναν. Ο θείος δούλευε και φοιτούσε στο Εθνικό Θέατρο κι η μαμά μου μαθήτευε ως μοδίστρα. Μάζευαν χαρτζιλίκι στο τέλος της βδομάδας για να αντικαταστήσουν τις σπασμένες χορδές στο βιολί που έπαιζε ο θείος.

Τελικά το παράτησε, λέγοντας πως φταίγανε τα «χοντρά του δάχτυλα».

Με τον πατέρα μου συγχρονίζονταν απόλυτα στις ατάκες. Ήταν κι οι δύο τρομερά εύστοχοι. Όχι πλακατζήδες. Χιουμορίστες. Το θέατρο σειόταν από μια φράση του θείου, από μία χειρονομία του, από εκείνες που τον έκαναν μοναδικό κι όμως όταν ερχόταν στο σπίτι μας, έλεγε στον πατέρα μου: «βρε Γιώργο, πες κάτι να γελάσουμε».

Στην επικοινωνία που είχαν τα τελευταία χρόνια, κυρίως τηλεφωνική, ήταν πικροί, αυτοσαρκαστικοί, αλλά πάντα χιουμορίστες. Ήταν παραγωγοί πρωτότυπου χιούμορ. Εγώ και η μαμά μου απλώς το αναγνωρίζαμε και το απολαμβάναμε.