1453: Η Ρωμανία πάρθεν

0
98
άλωση Κωνσταντινούπολης, 1453, Ρωμανία πάρθεν,

Πριν καλά – καλά ξημερώσει η 29η Μαΐου, ημέρα Τρίτη, άρχισε η μεγάλη επίθεση. Οι Οθωμανοί, οπλισμένοι με την δίψα τους για πλούσια λάφυρα και θησαυρούς, ορμούσαν τυφλοί στα τείχη. Αυτοί αποτελούσαν την πρώτη γραμμή της επίθεσης, πρόβατα για σφαγή ουσιαστικά, αφού δεν διέθεταν πανοπλία, αλλά ούτε όπλα οι περισσότεροι. Πρόσφεραν όμως υπηρεσίες μεγάλες στον σουλτάνο με τον θάνατό τους, διότι οι αμυνόμενοι κουράζονταν, και -κυρίως- τα κουφάρια τους γέμιζαν τις τάφρους που προστάτευαν την Κωνσταντινούπολη. Σ’ αυτό συνίστατο η αποστολή εκείνου του όχλου. Μετά ο Μωάμεθ θα έστελνε τα πιο επίλεκτα τμήματα του στρατού του, τους γενίτσαρους.

Ο Κωνσταντίνος πολεμούσε γενναία, για μιαν ακόμη φορά στην πρώτη γραμμή της άμυνας. Ηγέτης και παράδειγμα για όλους τους άλλους. Πλάι του ο Ιωάννης Ιουστινιάνης και οι συντρόφοι του. Τώρα οι γενίτσαροι πλησίαζαν τρέχοντας τα τείχη, ξεκούραστοι και δυνατοί, να πολεμήσουν με τους αποκαμωμένους αμύντορες. Μερικοί μάλιστα στέριωναν και σκάλες στο ξεφτισμένο τείχος, αλλά οι υπερασπιστές του, με όση δύναμη τους είχε απομείνει, τις γκρέμιζαν. Τότε πληγώθηκε ο Ιωάννης Ιουστινιάνης διά μολυβδοβόλου, αιμορραγούσε κι αποχώρησε στο πλοίο του. Ο βασιλιάς τον παρακάλεσε να μείνει στην θέση. Ήταν κρίσιμη η στιγμή, και αν ο Ιωάννης αποχωρούσε, κάποιοι θα ‘χαναν το θάρρος τους, κάποιοι θα τον ακολουθούσαν, όπως και έγινε.

Οι πρώτοι γενίτσαροι φαίνεται ότι εισήλθαν από την Κερκόπορτα, την οποία οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν για να βγαίνουν έξω απαρατήρητοι, προκειμένου να καθαρίζουν την τάφρο και να επισκευάζουν τα τείχη. Πενήντα περίπου Οθωμανοί την βρήκαν ανοιχτή και εισέβαλλαν, σκορπώντας τον θάνατο σε όποιον συναντούσαν. Δύσκολα περιγράφονται τα όσα επακολούθησαν. Οι αμυνόμενοι υποχωρούσαν, αλλά οι δρόμοι είχαν αποκοπεί από τα πεσμένα τείχη. Οι γενίτσαροι ανέβηκαν στα τείχη κι έδωσαν σήμα στους δικούς τους να εισβάλλουν. Κι άλλοι καταπατούνταν, κι άλλοι σκοτώνονταν, κι άλλοι υποχωρούσαν, κι άλλοι πολεμούσαν μέχρι την τελευταία τους πνοή. Τα σώματα των νεκρών σωρεύονταν, κι έφραζαν τις πύλες και τα ρήγματα του τείχους, μα οι γενίτσαροι εισέβαλλαν με τις σκάλες.

Στο μεταξύ ο αυτοκράτορας και οι δικοί του αντιστέκονταν στο δικό τους τομέα, κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, χωρίς να έχουν αντιληφθεί όσα συνέβησαν. Όμως οι γενίτσαροι δεν άργησαν να φανούν. Όλοι όσοι συντρόφευαν τον βασιλιά έπεσαν απ’ το σπαθί των πολεμίων. Κι ο Κωνσταντίνος, όπως η μοίρα του απ’ την αρχή τον είχε τάξει, μπροστά στο γκρεμισμένο τείχος, τριγυρισμένος απ’ τον εχθρό. Όλα πια είχαν τελειώσει. Ο ιστορικός της Αλώσεως Δούκας αφηγείται: Ο Βασιλιάς στεκόταν κρατώντας τη σπάθα και την ασπίδα του. Και τότε είπε μια κουβέντα που μόνο λύπη σου προκαλεί: «Δεν υπάρχει ένας χριστιανός να πάρει το κεφάλι μου;», γιατί είχε απομείνει ολομόναχος. Τότε ένας από τους Τούρκους του τον χτύπησε κατά πρόσωπο κι αυτός ανταπέδωσε το χτύπημα στον Τούρκο. Τότε ένας που βρισκόταν από πίσω του τού έδωσε το καίριο χτύπημα και ο Κωνσταντίνος έπεσε. Δεν ήξεραν ότι ήταν ο βασιλιάς, αλλά τον πέρασαν για κοινό στρατιώτη, γι’ αυτό τον παράτησαν νεκρό σε κείνο το σημείο. Και ο Οθωμανός χρονογράφος Σααδιττίν περιγράφει με τον ίδιο τρόπο τον θάνατο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

Διαβάστε επίσης:  «Μουσικές Δευτέρες στο Λόφο του Στρέφη»

Η φρίκη εκείνης της ημέρας, που σημάδεψε ανεξίτηλα το Γένος, δεν περιγράφεται εύκολα σε λίγες γραμμές. Γιατί η φρίκη σκέπασε κάθε πτυχή του βίου, κάθε μορφή κι έκφραση ενός σπουδαίου πολιτισμού. Γυναίκες και παιδιά σκοτώθηκαν, άλλοι αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Οι πιο ωραίοι από τους νέους και τις νέες στελέχωσαν τα χαρέμια του Μωάμεθ και των αξιωματικών του. Οικογένειες χωρίστηκαν, διαλύθηκαν. Σπίτια, ναοί και μοναστήρια λεηλατήθηκαν. Ιερές εικόνες και κειμήλια, λείψανα αγίων, λειτουργικά σκεύη και άμφια καταστράφηκαν. Τα βιβλία πουλήθηκαν και οι βιβλιοθήκες γυμνώθηκαν. Και πάνω απ’ όλα, η Μεγάλη Εκκλησία, η Αγία Σοφία έγινε τζαμί, κάτι που ακόμα βαραίνει στην κοινή συνείδηση του Γένους.

Ο Μωάμεθ όταν μπήκε στην Πόλη και είδε το μέγεθος της καταστροφής είπε κατά τον Κριτόβουλο, τον Ρωμιό χρονογράφο και υμνητή του: «Τι Πόλη παραδώσαμε σε διαρπαγή και ερήμωση!»

Ο Μωάμεθ πήγε στην Αγία Σοφία και προσευχήθηκε εκεί στον Αλλάχ του εξισλαμίζοντας έτσι τον ναό. Έπειτα ζήτησε να δει τον Λουκά Νοταρά και του ζήτησε πληροφορίες για την τύχη του αυτοκράτορα. Όμως ο Μέγας Δούκας δεν ήξερε τι είχε απογίνει ο βασιλιάς του κι ευθύς παρουσιάστηκαν οι δύο γενίτσαροι και παινεύτηκαν ότι εκείνοι τον εσκότωσαν. Ο σουλτάνος ζήτησε να δει το κεφάλι του νεκρού αυτοκράτορα, κι εκείνοι ανεζήτησαν το σώμα του, απέκοψαν την κεφαλή και την έδειξαν στον Μωάμεθ. Ο Νοταράς επιβεβαίωσε ότι ήταν του Κωνσταντίνου. Κι ο Πορθητής ζήτησε κι από άλλους συνεργάτες του αυτοκράτορα να τον αναγνωρίσουν, κι όταν βεβαιώθηκε διέταξε και την έστησαν στον κίονα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στο κέντρο της Πόλης, όπου και παρέμεινε μέχρι το βράδυ. Μετά την ταρίχευσαν και την έστειλαν σε κάθε γωνιά του κόσμου για να γίνει γνωστή στην Οικουμένη η νίκη του Πορθητή.

Η Ρωμανία πάρθεν. Κι έτσι αρχίζει μια νέα περίοδος για τον κόσμο, όπου οριστικά επιβάλλονται απ’ τη μια το περίφημο πνεύμα της Αναγεννήσεως κι απ’ την άλλη ο Ισλαμικός κόσμος.

Πηγή:fvasileiou.wordpress.com