ΑΠΟΨΗ: Θετικό ότι υπάρχει συμφωνία, αλλά μην ξεχνάμε τα «γκρίζα» σημεία της

0
52
Δύο, ελληνικές πόλεις, αρχαιότερες,

Ο ΑΔιάφθορος

Tο θετικό από τη συμφωνία του Eurogroup είναι ότι υπάρχει συμφωνία. Αυτό σημαίνει ότι λήγει μια περίοδος αβεβαιότητας για την αγορά και τον επιχειρηματικό κόσμο.

Το θετικό είναι ότι υπάρχει κάτι ως δεδομένο. Τόσο σε ό,τι αφορά στην πορεία εκτέλεσης του μνημονίου, όσο και σε ό,τι αφορά στο χρονοδιάγραμμα συζήτησης (γιατί δεν μιλάμε για τίποτε παρά πάνω) παρά για ελάφρυνση του χρέους.

Είναι γεγονός ότι η κυβέρνηση άλλα περίμενε. Προφανώς να λάμβανε μια απόφαση ή έστω ένα σαφές χρονοδιάγραμμα για ελάφρυνση του χρέους. Δυστυχώς όμως και γι’ αυτήν αλλά και για την Ελλάδα και στην πολιτική ισχύει (ακόμα) αυτό που ισχύει στο ποδόσφαιρο. Δηλαδή στο τέλος νικούν πάντα οι Γερμανοί!

Και η άποψη των Γερμανών πέρασε όχι μόνο στην περίπτωση του χρέους αλλά και στην καταβολή της δόσης. Αντί λοιπόν η Ελλάδα να πάρει 10,3 δις ευρώ θα πάρει μόνο 7 δις άμεσα και τα υπόλοιπα με δόσεις από 700 εκατομμύρια το μήνα . Όμως περίπου 7 δις είναι τα χρήματα που πρέπει να καταβληθούν έως το τέλος Ιουνίου στους δανειστές και η Ελλάδα τα έχει ανάγκη για να αποτρέψει πιστωτικό γεγονός τον Ιούλιο. Και αυτά θα δοθούν εφ’ όσον η κυβέρνηση καλύψει τα νέα προαπαιτούμενα που επέβαλαν στο Eurogroup της 24ης Μαΐου. Τα υπόλοιπα 3,5 δις ευρώ θα διοχετευθούν στην αγορά για να καλυφθεί μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου προς ιδιώτες, οι οποίες όμως αγγίζουν τα 7 δις ευρώ.

Οι δανειστές για άλλη μια φορά φρόντισαν να καλύψουν πρώτα τις δικές τους ανάγκες, να πάρουν τα χρήματά τους πίσω, και μετά… βλέπουμε!

Από την ανάλυση των δηλώσεων Ντάισελμπλουμ και Ρέγκλινγκ όσο και από το επίσημο κείμενο της απόφασης του Eurogroup, προκύπτουν σημεία που πρέπει να διευκρινιστούν.

Στο κείμενο της απόφασης αναφέρεται ότι «Μετά την ολοκλήρωση της υιοθέτησης όλων των προαπαιτούμενων και υπό την προϋπόθεση ότι θα εγκριθούν από τα εθνικά κοινοβούλια, τα διοικητικά όργανα του ESM αναμένεται να αποδεχθούν το συμπληρωματικό Μνημόνιο και να εγκρίνουν την εκταμίευση της δεύτερης δόσης, βάσει του προγράμματος». Που σε απλά ελληνικά σημαίνει ότι αν δεν εγκρίνουν τα εθνικά κοινοβούλια το «συμπληρωματικό μνημόνιο» δεύτερη δόση δεν θα υπάρχει. Δηλαδή αν δεν υπάρξει συμπληρωματικό μνημόνιο, με νέα μέτρα μετά την πρώτη δόση, δεύτερη δόση δεν πρόκειται να δούμε ποτέ.

Διευκρίνισης χρήζει επίσης η αναφορά του επικεφαλής Κλάους Ρέγκλινγκ ο οποίος ως μια από τις αλλαγές ανέφερε την «πώληση όλων των δανείων στα ξένα funds». Υπενθυμίζεται όμως ότι με το πολυνομοσχέδιο ήδη η κυβέρνηση έχει ανοίξει την πόρτα στα funds όλων των δανείων («κόκκινων» και «πράσινων») προστατεύοντας την πρώτη κατοικία μόνο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του 2017 και μόνο αν η αντικειμενική της αξία δεν ξεπερνά τις 140.000 ευρώ.

Πρέπει επίσης να διευκρινιστεί το πεδίο αλλαγών σε ό,τι αφορά στο ασφαλιστικό, καθώς από ό,τι φαίνεται οι αλλαγές που πρόσφατα ψηφίσθηκαν δεν έχουν κριθεί επαρκείς. Και φυσικά τι θα γίνει με το ΕΚΑΣ, αφού οι δηλώσεις του πρωθυπουργού στη Βουλή ότι δεν θα επιστρέψουν χρήματα οι πρώην δικαιούχοι του ΕΚΑΣ, συζητήθηκαν αρνητικά στις Βρυξέλλες. Πάντως αν γίνει κάτι τέτοιο η κυβέρνηση θα πρέπει να προτάξει ισοδύναμα, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να αποδεχθούν οι δανειστές.

Ένα ακόμη σημείο που οι δανειστές απαιτούν να διευκρινιστεί διαφορετικά θα ζητήσουν ισοδύναμα μέτρα, είναι το πάγωμα των ειδικών μισθολογίων.

Προβληματισμό δημιούργησε επίσης η δήλωση Ντάισελμπλουμ ότι «η Ελλάδα θα παραμείνει υπό εποπτεία και μετά το τέλος του προγράμματος» (2018). Με δεδομένο όμως ότι η συζήτηση και οι όποιες ρυθμίσεις ή μειώσεις του χρέους θα αποφασισθούν και θα ισχύσουν μετά το 2018, πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι ουσιαστικά ο πρόεδρος του Eurogroup προανήγγειλε ένα τέταρτο μνημόνιο που θα αφορά προαπαιτούμενα και μέτρα που θα συνοδεύσουν την ελάφρυνση του χρέους.

Διαβάστε επίσης:  Ο ΕΟΦ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΕΙ: Φάρμακα χωρίς άδεια κυκλοφορίας στην ελληνική αγορά

Με τη συμφωνία του Eurogroup η ελληνική κυβέρνηση εγκατέλειψε προς το παρόν κάθε συζήτηση για μείωση του στόχου για δημοσιονομικό πλεόνασμα της τάξης του 2%, που είναι εφικτό και αποδέχθηκε τον στόχο που επέβαλαν οι ευρωπαίοι δανειστές για στόχο 3,5% το 2018. Αυτό σημαίνει ότι πιθανότατα – και μέχρι τότε- ανάλογα την πορεία είσπραξης των φόρων, η κυβέρνηση ίσως αναγκασθεί να λάβει πρόσθετα μέτρα, αφού προαπαιτούμενο για να ξεκινήσει η συζήτηση για το χρέος είναι η επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου για πλεόνασμα 3,5%

Ο περίφημος «κόφτης» μπήκε στη συζήτηση ως αντιστάθμισμα για τη συζήτηση που θα ξεκινούσε για το χρέος. Ωστόσο για το χρέος η Ελλάδα μόνο λόγια και υποσχέσεις εισέπραξε χωρίς ένα σαφές χρονοδιάγραμμα και φυσικά χωρίς να είναι γνωστές οι προθέσεις των «μεγάλων παικτών» της ΕΕ για το πού θα οδηγηθούμε

Αδιευκρίνιστο επίσης παραμένει τι τελικώς θα πράξει το ΔΝΤ, μετά την ολοκλήρωση καταβολής της πρώτης δόσης, δηλαδή μετά το τέλος του έτους. Θα παραμείνει στο πρόγραμμα και υπό ποίους όρους;

Παρά τα γκρίζα σημεία που υπάρχουν στη συμφωνία είναι γεγονός ότι οι προσδοκίες αυξάνονται. Οι χρηματιστηριακές αξίες εκτιμάται ότι θα ανέβουν και οι αποδόσεις στα ομόλογα θα αποκλιμακώσουν ακόμα περισσότερο από το πρώτο τετράμηνο του έτους.

Πιό σημαντικό όμως είναι το γεγονός ότι η επανένταξη των ελληνικών κρατικών τίτλων στο Ευρωσύστημα θα οδηγήσει σε μείωση του κόστους χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών με όφελος που υπολογίζεται στα 5 δισ. ευρώ.

Επίσης η επιστροφή των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα που βρίσκονται στην κατοχή της ΕΚΤ και συνολικά του Ευρωσυστήματος.

Σε κάθε περίπτωση η ελληνική κυβέρνηση οφείλει κατ’ αρχάς να ξεκαθαρίσει τα γκρίζα σημεία, και από την άλλη να οικοδομήσει συμμαχία με το ΔΝΤ σε ό,τι αφορά στην προσπάθεια απομείωσης του χρέους.

Παράλληλα η κυβέρνηση πρέπει να αντιληφθεί ότι πάση θυσία πρέπει να υπάρξει ένα εθνικό σχέδιο ανάπτυξης. Στην δημιουργία αυτού του σχεδίου πρέπει να εγκαταλείψει κάθε ιδεοληψία από την οποία διακατέχεται ο ΣΥΡΙΖΑ και να συνεργαστεί ακόμα, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης που κινούνται στο ίδιο πλαίσιο λογικής. Και τούτο διότι αν δεν υπάρξει αύξηση του ΑΕΠ ούτε οι δημοσιονομικοί στόχοι θα επιτευχθούν ούτε θα καταφέρουμε ποτέ ως χώρα να βγούμε από την κρίση.

Επίσης πολιτικοί αναλυτές, εκφράζουν επίσης τις επιφυλάξεις τους για την εφαρμογή της συμφωνίας, προβάλλοντας, όπως έκαναν και οι Moody’ s τρεις παράγοντες:

Πρώτον, την αντοχή των κυβερνητικών βουλευτών να ψηφίζουν μέτρα τα οποία δεν πιστεύουν.

Δεύτερον, την ελληνική γραφειοκρατία που πάντα εμποδίζει την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων ή δεν εργάζεται αποδοτικά ακόμα και για την είσπραξη φόρων.

Τρίτον, την ένταση της κοινωνικής δυσαρέσκειας που συνεχώς θα γίνεται και πιο έντονη.

Είναι χαρακτηριστική η αναφορά στελέχους της Αντιπολίτευσης που έλεγε στους διαδρόμους της Βουλής το εξής: Φαντάζεστε τι έχει να γίνει όταν το πρώτο ξένο fund πάει να κατασχέσει το σπίτι κάποιου Έλληνα; Με την καραμπίνα θα τους περιμένει. Και τότε άντε να δούμε ποιος συμμαζεύει τους υπολοίπους Έλληνες που θα συνειδητοποιήσουν ότι έρχεται και η δική τους σειρά.