ΑΠΟΨΗ: Αρχιμηνιά, αρχιχρονιά και καλός Όλιβερ Τουίστ

82
Όλιβερ Τουίστ, αρχιμηνιά, αρχιχρονιά,

Του Θάνου Καλαμίδα*

Όταν ήμουν παιδί, κάθε πρωτοχρονιά και λίγο μετά τις δώδεκα η γιαγιά μου με ξύπναγε – αν με είχε πάρει ο ύπνος – με πάστωνε με πουλόβερ και μπουφάν και με …πέταγε έξω στο μαύρο σκοτάδι σε αποστολή της …πέτρας. Το ‘πέταγε’ στη κυριολεξία γιατί εγώ έχοντας ήδη χουχουλιάσει σαν τη γάτα, κρατιόμουνα με τα δόντια από το κούφωμα της πόρτας για να μη βγω στο κρύο.

Αλλά η αποστολή της πρωτοχρονιάτικης πέτρας ήταν πολύ σοβαρή, δεν έπαιρνε αναβολή και πολύ καλά σχεδιασμένη. Νωρίς το βραδάκι της παραμονής, η γιαγιά μου με είχε πάρει από το χέρι για να μου δείξει ότι δίπλα στην καγγελένια πόρτα της αυλής και από την έξω πλευρά υπήρχε μια μικρή πέτρα, ίσα που να χωράει στη χούφτα μου, προσεκτικά επιλεγμένη – να μην την έχει χρησιμοποιήσει γάτα, σκύλος ή πουλί για ελάφρυνσή τους – χωρίς πολύ-πολύ σκόνη και τέλος πάντων ευπαρουσίαστη, να με περιμένει. Η αποστολή μου ήταν απλοϊκά πολύπλοκη. Έπρεπε να πάρω τη πέτρα, να μπω στην αυλή από την καγκελόπορτα με το δεξί πόδι πρώτα και μετά να την φέρω στο σπίτι, να μπω πάλι με το δεξί πρώτα, κάνοντας όμως από μέσα μου μια ευχή που να συμπεριλαμβάνει τη πρόταση: «να είναι πάντα τα θεμέλια του σπιτιού γερά σαν πέτρα». Ύστερα να της την δώσω κάνοντας την άλλη ευχή, δυνατά τώρα, για μια καλή χρονιά.

Τώρα εσείς γελάτε αλλά για μένα ήταν σαν θεατρική υπερπαραγωγή για το Μπρόντγουαιη με το σενάριο πενήντα σελίδες και όλα στο σκοτάδι. Άσε που κάθε φορά μπέρδευα τα πόδια μου, ποιο είναι το δεξί και ποιο το αριστερό και έπρεπε να περιμένω νόημα από τη γιαγιά που παρακολουθούσε σαν γεράκι για το ποιο είναι το σωστό.

Περιμένετε, έχει και συνέχεια…

Έπαιρνε λοιπόν η γιαγιά μου την πέτρα με το ένα χέρι και με το άλλο μου έδινε μικρό κουτί -γιατί αν θέλεις εξάχρονο να βγει στο σκοτάδι και στον ψόφο, μόνο με δώρο στο τέλος του τούνελ τα καταφέρνεις. Κι εκεί που ξετύλιγα εγώ το κουτάκι έχοντας για τα καλά ξυπνήσει, άρχιζε η ψαλμωδία. «Μπούρου- μπούρου Παναγιά μου, μπούρου- μπούρου Χριστούλη μου, τη κόρη μου μπούρου- μπούρου, και το παιδί μπούρου- μπούρου, και το σπίτι μπούρου- μπούρου», και δώστου το σταυροκόπημα. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί τα μισά τα έλεγε ακαταλαβίστικα και ψιθυριστά και το μόνο που μπορούσες να πιάσεις ήταν τα ονόματα, Παναγιά, Χριστούλης, αλλά η γιαγιά μου έτσι έκανε. Φαντάζομαι κάποιο λόγο θα είχε κι έτσι γίνονται αυτά τα πράγματα, τελεία και παύλα. Έτσι κι εγώ πολλά βράδια όταν πριν κοιμηθώ μου φώναζε να κάνω προσευχή, εγώ ψιθύριζα, «μπούρου- μπούρου, μπούρου- μπούρου, μπούρου- μπούρου Παναγιά μου», έκανα το σταυρό μου και της φώναζα πίσω, «την έκανα!»

Πριν από αρκετά χρόνια θέλησα να δώσω την ίδια παράσταση με τη κόρη μου σε ρολό πρωταγωνιστή. Αλλά αυτό απαιτούσε να βγω νωρίτερα και να βρω τη πέτρα. Βραδάκι, μαύρο αρκτικό σκοτάδι με τρακόσια μπουφάν και ένα πάπλωμα τυλιγμένος, βγήκα έξω στους -22. Έφτασα μέχρι τα πέντε μέτρα. Είδα μια πέτρα και χάρηκα που το βάσανο θα τέλειωνε γρήγορα. Αμ δε! Μου πήρε δέκα λεπτά να την ξεκολλήσω από τον πάγο και το χιόνι κι στο μεταξύ παγώσανε μουστάκια, μύτη και αυτιά. Μετά από είκοσι λεπτά, παπαδιασμένος από το χιόνι και παγωμένος μπήκα στο σπίτι και …προσευχήθηκα «μπούρου- μπούρου βρε δε πάνε στο διάολο κι η πέτρα κι …μπούρου- μπούρου …και η τύχη …μπούρου- μπούρου και μπούρου- μπούρου και μπούρου- μπούρου». Φυσικά η κόρη μου δεν βγήκε έξω εκείνο το βράδυ και το έθιμο τέλειωσε στα δικά μου παιδικά χρόνια.

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,

Παραμονή σήμερα και έχω πλημυρίσει από φωτογραφίες από όλη την Ελλάδα με χιόνι. Χαμογελαστά πρόσωπα, παιδιά που παίζουν στο χιόνι. Που έχουν κινητά και φωτογραφικές μηχανές να βγάλουν φωτογραφίες και σύνδεση με το ιντερνέτ για να τις περάσουν στο διαδίκτυο, στα κοινωνικά τους δίκτυα. 30,000 οι άστεγοι, μόνο στην Αθήνα.

Ψηλή μου δεντρολιβανιά,

Τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε, το μόνο που είχε ψηλώσει σε αυτή τη χώρα, δεντρολιβανιά δεν ήταν, η ανεργία ήταν. Στο 23,4% του εργατικού δυναμικού αυτής της χώρας με την νεολαία όχι να θερίζει αλλά να θερίζεται.

Κι αρχή καλός μας χρόνος,

Με τον Τσίπρα να κρατάει οπίσθια και το Κούλη στην αναμονή μπροστά για να μας τρακάρει, καλός δεν το λες ακόμα και στις καλές μέρες. Εφιάλτη στο δρόμο με τους Έλληνες πολιτικούς το λες, εφιάλτη στο δρόμο του Μητσοτάκη το λες. Καλός …δεν το λες. Κάθε πέρσι και καλύτερα το λες και όπου πέρσι εννοείς προηγουμένη δεκαετία που σε κλέβανε μεν αλλά δεν το καταλάβαινες ακόμα. Τώρα σε κλέβουν και το καταλαβαίνεις.

Εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνο.

Διαβάστε επίσης:  ΑΠΟΨΗ: Αξιοθαύμαστοι!

Εδώ ο ποιητής εννοεί χρυσοστόλιστα ράσα και λογαριασμούς τραπέζης, μερσεντές και βίλλες. Εννοεί παπαδαριό να τρώει αμάσητα. Εννοεί ότι ακόμα και στα κάλαντα και στις ευχές πήραν νταβατζιλίκι μερτικό το παπαδαριό, μια στροφή στον στοίχο. 4 εκατομμύρια Έλληνες, από μελέτες της ΕΕ μέσα στο 2016, βρίσκονται στα όρια της ανέχειας με την προοπτική αν δεν αλλάξει κάτι ριζικά να περάσουν σύντομα αυτά τα όρια. Η ελληνική εκκλησία στο μεταξύ προβληματίζεται αν πρέπει να μιλάει με τον Πάπα, αν ο Τραμπ είναι ο καινούργιος μεσσίας και αν οι μικροτσούτσουνοι οι Χρυσαυγήτες οι τελευταίοι Έλληνες.

Σε μια Ελλάδα που ΔΕΝ αγκομαχάει στα γήπεδα αλλά στα πεζοδρομία από την πείνα, δεν υπάρχουν ούτε η πέτρα της γιαγιάς, ούτε κάλαντα, ούτε ευχές. Και δεν είναι κυνισμός, είναι η σκληρή πραγματικότητα. Ακόμα κι εσείς που αντέχετε ακόμα, έχετε συνειδητοποιήσει ότι το κλειδί είναι στη λέξη …ακόμα. Πόσο θα συνεχιστεί αυτή η κατάσταση που οι μόνοι που βλέπουν φως στο τούνελ είναι πολιτικοί εντός και εκτός; Οι μόνοι που δεν καταλαβαίνουν ότι η Ελλάδα έχει πτωχεύσει και οι Έλληνες δεν ζουν πια εδώ, είναι άνθρωποι που δεν έχουν νιώσει ποτέ τους ελλείψεις, άνθρωποι που στην καθημερινότητα τους το μόνο που τους έκαναν τα μνημόνια ήταν να μη βρίσκουν το αγαπημένο τους καφέ στο Κολωνάκι γιατί έκλεισε και πρέπει να μάθουν σε καινούργιο τώρα.

Θα σας πω μια αληθινή ιστορία που συνέβει σε πολύ κοντινό μου άνθρωπο και δεν υπάρχει καμία υπερβολή απολύτως. Έφυγε η πολυαγαπημένη του μητέρα, νικημένη από χιλιάδες μικρά διαβόλια. Ένας άνθρωπος πολύτιμος, με όλη τη πραγματική σημασία της λέξης, για όλους μας και πολύ περισσότερο γι’ αυτόν. Πολύ νέοι άνθρωποι, κι αυτή που έφυγε και αυτός που έμεινε. Μετά την κηδεία και όταν μόνος του στεκόταν, συναισθηματικά άδειος πια από τον υπερβολικό πόνο, μπροστά στο προσωρινό χωμάτινο τάφο, τον πλησίασε «συγγενής». Αφού λοιπόν τον αγκάλιασε «αντρικά» από του ώμους, του είπε: «σε νιώθω, καταλαβαίνω τι θα πει ορφάνια, έχω διαβάσει τον Όλιβερ Τουίστ!»

Ποιος σε αυτό το κόσμο θα μου πει και θα με πείσει, ότι ο Κούλης, ο Βορίδης, ο Κατρούγκαλος, ο Καμμένος, ο Βαρβιτσιώτης, ο Άδωνις ή και ο Τσακαλώτος, ξέρουν τι θα πει φτώχεια, ελλείψεις, ανεργία, αρρώστια; Τον Όλιβερ Τουίστ έχουν διαβάσει κι αυτοί. Εδώ μια καφετιέρα χρειάστηκε ο Κούλης και του την έφερε η Siemens.

Δεν έβρισκε Pokémon ο Μίλτος κι ένιωσε ότι τον χτυπάνε τα μνημόνια; Ή ο μπαμπάς του δεν του έδωσε χαρτζιλίκι αυτή τη βδομάδα; Κι εσύ ρε Αλέξη, αριστερέ, πρωθυπουργάρα χωρίς γραβάτα, εσύ ποιον Όλιβερ Τουίστ διάβασες και καταλαβαίνεις τι θα πει να είσαι άστεγος στην Αθήνα με τη …ρόδα του Καμίνη;

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά μπορεί να κάνει στα δικά τους σπίτια, αλλά στα σπίτια των περισσοτέρων Ελλήνων θα κάνει μια από τα ίδια. Και μη χαμογελάτε όσοι νιώθετε εξασφαλισμένοι γιατί το «ακόμα» σας κοιτάει με μάτια γουρλωμένα. Όσα δεν κατάφερε να σας πάρει ο Αντωνάκης και το Τσιπράκι, εξασφαλίζοντας δουλικό εργατικό δυναμικό και χρήμα στην Ελβετία για τους νταβατζήδες τους, θα σας τα πάρει ο Κούλης.

Εγώ μια ευχή μπορώ να σας δώσω μόνο, να είστε δυνατοί και υγιείς για να μπορείτε να παλέψετε, αλλά πιο πολύ για να μη βρεθείτε στην ανάγκη τους. Να είστε δυνατοί για τα παιδιά σας και αυτούς που αγαπάτε, γιατί την Ελλάδα αυτοί που λένε ότι θα την σώσουν είναι αυτοί που την κλέψανε και την κατάστρεψαν, είναι αυτοί που συνεχίζουν και έχουν ονειρώξεις για το μέλλον να συνεχίσουν να την κλέβουν και να την καταστρέφουν. Είναι αυτοί που νομίζουν ότι οι Ελλάδα είναι χωράφι του παππού τους του γερό-Λαδά που το κληρονομήσαν. Είναι αυτοί που σας λένε ότι σας καταλαβαίνουν γιατί έχουν διαβάσει τον … Όλιβερ Τουίστ! Είναι αυτοί που δεν τους καίγεται καρφάκι για το πώς ζείτε και πως πεθαίνετε. Είναι το Τσιπράκι, ο Κατρούγκαλος και ο Καμμένος και θέλουν να γίνουν ο Κούλης, ο Βορίδης και ο Άδωνις.

Να είστε δυνατοί και υγιείς βρε, και κάντε επιτέλους το όχι σας, όχι αυτοκόλλητο στο αυτοκίνητο αλλά στάμπα στο μέτωπο. Αρνηθείτε τους την …εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνο και τη πέτρα …κρατήστε τη, θα τη χρειαστείτε.

Να είστε δυνατοί και υγιείς και να καμαρώνετε δυνατά και υγιή παιδιά.

Χρόνια πολλά σε όλους σας

*Θάνος Καλαμίδας, ένας Έλληνας στο Παρίσι και στο Λονδίνο και στο Βερολίνο και στο Τόκιο και τελευταία στο Ελσίνκι. Για εικοσαετία ελεύθερος σκοπευτής και αναλυτής για Βρετανικά μέσα με ανταποκρίσεις από τη Νότια Αφρική μέχρι την Κίνα, από την Νικαράγουα μέχρι το Σουδάν. Τα τελευταία χρόνια αναλυτής για Σκανδιναβικά, Βρετανικά και Γαλλικά έντυπα σε θέματα που κυρίως αφορούν την ευρωπαϊκή κοινότητα.

Πηγή: apopseis.gr