Εκπληκτικά μινωικά και μυκηναϊκά ευρήματα, ανακαλύφθηκαν στην Κύπρο

0
45
μινωικά, μυκηναϊκά, ευρήματα, Κύπρος,

Σε οικισμό του 12ου πΧ αιώνα, που κατοικήθηκε λίγες μόνο δεκαετίες και μετά εγκαταλείφθηκε, οι αρχαιολόγοι βρήκαν εισηγμένη μυκηναϊκή και μινωική κεραμική, χετταϊκή και καναανιτική, αλλά και από την Σαρδηνία, καθώς και κυπριακή.

Ο οικισμός βρίσκεται στην θέση Πύλα-Κοκκινόκρεμος, της επαρχίας Λάρνακας και είναι της ύστερης εποχής του Χαλκού. Σύμφωνα με το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου, η θέση στην οποία ήταν ο οικισμός έχει αποσπάσει την προσοχή ακαδημαϊκών και είναι σημαντική στις συζητήσεις που αφορούν Αιγαιακές μεταναστεύσεις στην Κύπρο και στην ανατολική Μεσόγειο, στα τέλη της εποχής του Χαλκού.

Η μικρή διάρκεια ζωής του οικισμού αυτού, τον καθιστά ιδανικό για τη μελέτη του αντίκτυπου της ούτω καλούμενης «κρίσης» που σημειώνεται αυτήν την περίοδο στην Κύπρο. Η θέση δεν επανακατοικήθηκε, ενώ είχε διάρκεια ζωής μόνο 50 χρόνια, γεγονός που την καθιστά «κάψουλα στον χρόνο» όσον αφορά στη μετάβαση από την Υστεροκυπριακή ΙΙΓ στην Υστεροκυπριακή ΙΙΙΑ περίοδο.

Στο βόρειο και κεντρικό τμήμα της θέσης οι ανασκαφές επικεντρώθηκαν στις Τομές 3.3 και 3.4 που είχαν διερευνηθεί και το 2014-2015. Στην περιοχή αυτή είχαν εντοπιστεί κατάλοιπα μεταλλουργικής δραστηριότητας ήδη από το 2015. Στον Τομέα αυτό βρέθηκε κρυμμένο σε αποθέτη, σκαμμένο στον βράχο, ένα ακέραιο αλαβάστρινο φλασκί από την Αίγυπτο, διακοσμημένο με παράσταση γιρλάντας από άνθη λωτού. Κατά τον καθαρισμό του εσωτερικού του βρέθηκαν άλλα μικροαντικείμενα, όπως ένα μαχαίρι, δακτυλίδια, χάντρες και ένας σφραγιδοκύλινδρος, κατασκευασμένα από διάφορα υλικά (π.χ. χάλκινα, οστέινα, από φαγεντιανή ή ελεφαντοστό).

Στα νότια του Τμήματος βρέθηκαν δύο δωμάτια λαξευμένα στο φυσικό βράχο. Στην Τομή 3.4., που βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του πλατώματος, αποκαλύφθηκαν σημαντικά αρχαιολογικά κατάλοιπα που σχετίζονται με ένα τετραγωνισμένο κτίριο (περ. 10Χ10 μ.) Στη βόρεια πλαγιά της θέσης αποκαλύφθηκε ένας μακρύς τοίχος, μήκους περίπου 60 μέτρων, κατασκευασμένος με αργούς λίθους της περιοχής. Ο τοίχος αυτός ίσως λειτουργούσε ως τοίχος αντιστήριξης, αλλά η χρονολόγησή του παραμένει άγνωστη.

Στον Τομέα 4 διερευνήθηκαν δεκαεπτά χώροι. Μερικοί από αυτούς διαθέτουν επιχρισμένο δάπεδο, το οποίο είχε στιλβωθεί με αποτέλεσμα να ομοιάζει με επίχρισμα από τσιμέντο. Παρόμοια δάπεδα έχουν ανασκαφεί στις αρχαιολογικές θέσεις της Μάας-Παλαιόκαστρου και της Έγκωμης. Κάποιοι από τους χώρους περιείχαν λίθινα αντικείμενα, όπως τριβεία και αγγεία, υποδηλώνοντας ότι στους χώρους διεξάγονταν οικιακές/βιοτεχνικές δραστηριότητες. Μέσα στα πλαίσια της διερεύνησης της πορείας του οχυρωματικού τείχους, διανοίχθηκε ο νέος Τομέας 4.2.

Διαβάστε επίσης:  Εορταστικό ωράριο καταστημάτων για τα Χριστούγεννα

Οι επισκοπήσεις του χώρου αυτού έδειξαν ότι το τείχος προεξείχε χαμηλά στην πλαγιά του λόφου όπου σχηματίζονταν δωμάτια, χαρακτηριστικά της θέσης αυτής. Αποκαλύφθηκαν μερικώς έντεκα χώροι που περιείχαν σημαντικά στοιχεία για την οργάνωση του χώρου. Εδώ βρέθηκαν τριβεία, λίθινα εργαλεία και κεραμική. Σημαντικά ευρήματα από τις έρευνες στον χώρο αυτό είναι ένα αποθηκευτικό ψευδόστομο αγγείο εισηγμένο από την Κρήτη και ένα αλαβάστρινο αγγείο.

Στον Τομέα 5 συνεχίστηκαν οι έρευνες στο νοτιοανατολικό τμήμα της κορυφής του πλατώματος. Η περιοχή είχε ανασκαφεί κατά τα προηγούμενα έτη και φέτος οι έρευνες επεκτάθηκαν προς δύση και νότο. Σήμερα οι ανασκαφές στο σημείο αυτό καλύπτουν έκταση περίπου 25 Χ 16 μ. Μέχρι σήμερα έχουν ανασκαφεί συνολικά δώδεκα χώροι, κτισμένοι πάνω σε τρεις διαφορετικές αναβαθμίδες. Τα δύο επιπρόσθετα δωμάτια που βρέθηκαν φέτος, αλλά και η συνέχιση της ανασκαφής άλλων πέντε, έφεραν στο φως ενδιαφέροντα στοιχεία. Οι συγκοινωνούντες Χώροι 9 και 10 – ένα τμήμα που προεξέχει στα ανατολικά, πέραν της πορείας του οχυρωματικού τείχους– κατασκευάστηκαν σε μεταγενέστερο στάδιο και φανερώνουν, για πρώτη φορά, ότι υπήρχαν διαφορετικές αρχιτεκτονικές φάσεις στη θέση αυτή.

Η ακριβής χρήση του ορύγματος βάθους 3.5 μ., λαξευμένου στο φυσικό βράχο, παραμένει άγνωστη, παρόλο που η μελλοντική εργαστηριακή ανάλυση του στρώματος στάχτης που βρέθηκε στο βάθος του θα δώσει περαιτέρω στοιχεία. Το όρυγμα κατασκευάστηκε εντός δωματίου (Χώρος 6) στο οποίο μπορούσε να εισέλθει κανείς από έναν μεγάλο χώρο (Χώρος 8) που πιθανόν να ήταν εσωτερική αυλή.

Ο χώρος αυτός ήταν εξοπλισμένος με διάφορες εγκαταστάσεις και είχε δάπεδο στο οποίο βρέθηκαν πολλά ευρήματα, όπως ένα λίθινο αγγείο και ένας Μυκηναϊκός κρατήρας διακοσμημένος με πτηνά. Ανάμεσα στα σημαντικότερα ευρήματα του Χώρου 12 (δίπλα από το Χώρο 8) είναι μια εγκατάσταση από ψημένο πηλό, η οποία είχε επιδιορθωθεί ιδιαίτερα προσεκτικά κατά την αρχαιότητα με τη χρήση μολύβδινων συνδέσεων. Οι ανασκαφές διεξάγονται υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Joachim Bretschneider (University of Ghent & KU Leuven), της δρος Αθανασίας Κάντα (Mediterranean Archaeological Society) και του δρος Jan Driessen (Université Catholique de Louvain).