ΕΤΣΙ υποδέχονταν πριν από 80 χρόνια τα Χριστούγεννα ο αθηναϊκός Τύπος

548

Πώς υποδεχόταν ο αθηναϊκός Τύπος πριν από 80 ή 70 χρόνια τέτοιες ημέρες τα Χριστούγεννα;

Τι έγραφαν οι συνεργάτες του, χρονογράφοι, μυθιστοριογράφοι και δημοσιογράφοι; Κι ακόμα, τι διάλεγαν να μεταφράσουν για τα Χριστούγεννα οι εφημερίδες;

Ο ερευνητής της λογοτεχνίας Γιώργος Ζεβελάκης άνοιξε το ιστορικό του αρχείο (εφημερίδες και περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας) στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και μας επέτρεψε να διαλέξουμε κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα από χριστουγεννιάτικα κείμενα που δημοσιεύτηκαν μεταξύ 1934 και 1945.

Γράφουν ο Γεώργιος Φτέρης, ο Τίμος Μωραϊτίνης, ο “Αγγελος Τερζάκης και ο Παύλος Παλαιολόγος ενώ μεταφράζεται ο ρώσος πεζογράφος Ιβάν Μπούνιν.

ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΝΕΑ – 26 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1934

Η ΓΙΑΓΙΑ

ΤΟΥ ΓΕΩΡ. ΦΤΕΡΗ

(…)

Σ” αυτό το περιβάλλον ετοποθέτησεν ο οικοδεσπότης για χάρη των παιδιών τη φάτνη της Γεννήσεως. Εκεί επρόκειτο να συμβούν όλα αυτά τα θαυμάσια, τα εξωτικά πράγματα, που συνδέονται με το θρύλο. Θα χιόνιζε -τουλάχι¬στον για τη φαντασία των παιδιών.

Τους είχαν υποσχεθεί αυτή την ευχάριστη έκπληξη. Θα χιόνιζε στο περιβόλι, σ” όλο το περιβόλι, και στο δρόμο μπροστά στο σπίτι και στα δέντρα και στα κεραμίδια απέναντι.

Όπως χιονίζει στα χωράφια. Και κει μέσα, χωρίς να τους βλέπουν, πάλι με τη φαντασία τους, τα παιδάκια θα μπορούσαν να ξυπνήσουν τους μικρούς βοσκούς που οδηγούν σφυρίζοντας το κοπάδι. Να ξεχαστούνε μέσα σε μακρινά χωριά που ποτέ τους δεν αντίκρυσαν.

Σε βουνά που δεν είδανε παρά μόνο σε εικόνες βιβλίων. Και κατόπιν θα κατέβαιναν οι καλικάτζαροι από την καπνοδόχο -αυτό τους το είπε, τους το εβεβαίωσε μάλιστα, ένα άλλο παιδί, ότι συνέβη τον περασμένο χρόνο στο σπίτι του. Και οι Νεράιδες που παίρνουν τη μιλιά του ανθρώπου. Θα περάσουν κι εκείνες από το χιονισμένο κήπο, αργά, τη νύχτα, με το δράκο του παραμυθιού, που καθώς λένε φυλάει στο δάσος την Πεντάμορφη.

Στη μέση του σαλονιού ήτανε το δέντρο των Χριστουγέννων. Από τα κλαριά του είχαν κρεμάσει ένα σωρό παιχνίδια, γι” αγόρια και για κορίτσια. Τα λαμπρότερα, τα περιεργότερα μηχανήματα. Με τα κομμάτια τους μπορούσατε να σκαρώσετε τον πύργο του “Αιφελ, το γεφύρι του Μπρούκλιν, έναν ολόκληρο ουρανοξύστη της Αμερικής. Ένα πλοίο με τους επιβάτες επάνω στη γέφυρα.

Ένα τραίνο που να σφυρίζει με την καινούργια του ατμομηχανή περνώντας το τούνελ. Αεροπλάνα πού φτερουγούσαν με τους λεπτούς τους έλικες. Αυτοκίνητα με θορυβώδεις σειρήνες. Θαυμάσιες κούκλες για τα κορίτσια, ντυμένες στα μεταξωτά, χτενισμένες, μακιγιαρισμένες, όπως οι βεντέτες του κινηματογράφου.

Όλα έλαμπαν. Κι ολόγυρα έλαμπαν τα πρόσωπα των παιδιών, που καρτερούσαν κάτι περισσότερο από τα δώρα τους, κάτι διαφορετικότερο από εκείνο πού ‘βλεπαν τα μάτια τους -το μυστήριο της νύχτας των Χριστουγέννων.

Δεν έγινε τίποτε. Την ώρα της διανομής, ένα-ένα επλησίαζε, έπαιρνε το δώρο του και κατόπιν έτρεχε χαρούμενο να χαθεί μαζί με τ” άλλα.

Και οι Μάγοι; ερώτησε την οικοδέσποινα ο τελευταίος μικρός ανοίγοντας με απορία τα μεγάλα μάτια του. Και οι Νεράιδες;

Όλοι γελάσανε. Ένας μάλιστα, νομίζοντας ότι δίδει τη σοφότερη και τη βαθύτερη εξήγηση, είπε κάτι για την αφέλεια της παιδικής η¬λικίας. Ο μικρός δεν εννόησε βέβαια το σχόλιο. Αλλά και κανένας από τους μεγάλους δε μπόρεσε να καταλάβει ότι έλλειψε το σπουδαιότερο, εκείνη τη νύχτα, από τη γιορτή.

(…)

ΕΘΝΟΣ – 24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1935

Ο ΣΤΡΑΒΟΜΥΤΗΣ

υπό ΤΙΜΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΝΗ

Εκείνο το χειμωνιάτικο σούρουπο το κρύο ήταν τσουχτερό και οι τρεις παλιοί ψαράδες της Γαλιλαίας είχαν στριμωχθεί κοντά στη φωτιά για να τα πούνε. Περνούσαν έτσι πάντοτε την ώρα με θαλασσινές ιστορίες και μ” άλλα επεισόδια από την ζωή τους.

Είπαν κι εκείνο το βράδυ πολλά. Μιλούσαν μόνον οι δυο, ο τρίτος που ήταν και ο μεγαλύτερος και ο πιο παλιός στο ψάρεμα άκουγε μόνο με το κεφάλι σκυμμένο. Ήταν όμως εβδομηντάρης γέρος γεμάτος ζωή. Θαλασσινός, ψημένος από τον ήλιο κι από την άλμη.

Μα είχε ένα βάσανο. Ήταν η μύτη του λίγο στραβή και το σαγόνι του έτρεμε. Ένα βαθύ σημάδι, μια ουλή στο δεξί του μάγουλο, έδειχνε πώς κάποιο ατύχημα του είχε συμβεί. Δεν είχε πει όμως τίποτε ποτέ του σε κανένα.

Τον έλεγαν Θωμά. Μα όταν ήθελαν να τον πειράξουν τον εφώναζαν στραβομύτη. Δε θύμωνε. Ίσα-ίσα έδειχνε πως τον ευχαριστούσε αυτό το παρατσούκλι. Παράξενα πράγματα, αλήθεια.

Να νοιώθεις ευχαρίστηση γιατί είσαι παραμορφωμένος! Αυτό έκανε και πολλούς να τον υποπτεύονται. Γεννήθηκε τάχα σημαδεμένος ή είναι καμιά ιστορία που δεν πρέπει να την πει γιατί τον ρεζιλεύει και για να την σκεπάσει κάνει τάχα πως δεν τον πειράζει όταν τον φωνάζουν στραβομύτη;

Όταν oι άλλοι δύο ετελείωσαν τις ιστορίες τους, ο μπάρμπα Θωμάς είπε να φύγουν. “Αρχισε να σβήνει και η φωτιά και η νύχτα είχε φθάσει.

Δε μας είπες και συ κανένα παραμύθι, γέρο.

Αν μπορούσα να μιλήσω, θάλεγα.

(…)

Ο γέρο ψαράς έφερε το χέρι του στη βαθιά ουλή του προσώπου του κι εσώπασε. Οι άλλοι τον κοίταζαν τώρα με κάποιο σεβασμό, που δεν είχαν αισθανθεί ως τότε. Ήταν λοιπόν ο γέρο ψαράς ο στραβομύτης ένα από τα αμέτρητα θύματα που εσφάγησαν για το Βρέφος της Βηθλεέμ.

Θυμόντουσαν καλά τώρα τη φρικτή ιστορία οι καλοί αυτοί ψαράδες, που ήσαν από τους πρώτους που επίστεψαν εις τον Κύριον. Θυμόντουσαν και άκουαν τους θρήνους και τους γόους των μητέρων.

Θυμόντουσαν πως 14.000 αγγελικές ψυχούλες ανέβηκαν στον ουρανό σαν αμέτρητες ευωδίες λουλουδιών που εξεψύχησαν όλα μαζί και πως μυριάδες σταγόνες από το πιο αγνό και αμόλυντο αίμα έβρεξαν την γην. Και η γη επλημμύρισε από ρόδα.

Διαβάστε επίσης:  ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 3 Δεκεμβρίου

Η φωτιά ξαναζωήρεψε. Μια φλόγα ξεπετάχθηκε από τη ζεστή στάχτη και ένα ρόδινο φως εστεφάνωσε το πρόσωπο του γέρο ψαρά.
Από τότε δεν τον ξαναφώναξαν στραβομύτη.

ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ – 25 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1935

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

ΙΒΑΝ ΜΠΟΥΝΙΝ (Βραβείον Νόμπελ)

[Στο συμβολικό του διήγημα τα «Ματωμένα Χριστούγεννα» που δημοσιεύουμε σήμερα ο Ιβάν Μπούνιν (βραβείον Νόμπελ) περιγράφει το έγκλημα δύο ανθρώπων που μισούν τους προνομιούχους της ζωής και βλέπουν από μέσα από το παγωμένο πάρκο, το ηλεκτροφωτισμένο παλάτι που τους τραβάει σαν μαγνήτης.

Περιμένουν την κατάλληλον ώρα για να δράσουν, να σκοτώσουν, τη μεγάλη αύτη μέρα τους ιδιοκτήτας του αρχοντόσπιτου, στεφανωμένου από τα κρυσταλλωμένα κλαδιά των αιωνόβιων δέντρων.

Οι ιδιοκτήτες έχουν φύγει… Μια δασκάλα, πτωχή, έρημη, μια γεροντοκόρη φυλάει το σπίτι… Αυτή πληρώνει με τη ζωή της για τους πλουσίους κυρίους της, που πήγαν στα εύθυμα κέντρα να απολαύσουν την χαρά της ζωής].

Μέσα στο γυμνό πάρκο, βουτηγμένο στο ολόασπρό του σάβανο, ήταν σκοτάδι. Πάνω στο γέρικο γκρίζο χιόνι στοιβαγμένο στο χώμα, έπεφτε απαλό λευκό καινούργιο χιονάκι που έμοιαζε με πούπουλο κύκνου… Ήταν Χριστούγεννα…

Τι μελαγχολικά όμως και τι παγωμένα Χριστούγεννα!

Στο περιβόλι… δυο σκιές… καθισμένες πάνω σ” ένα σκαμνί μέσα στην σκοτεινιά… περίμεναν την νύχτα…

Το σπίτι με τα φωτισμένα τα παράθυρα μονοκόμματα κρύσταλλα που λαμποκοπούσαν από μακριά, έμοιαζε με παλάτι παραμυθένιο. Μια γυναίκα ήταν ολομόναχη σ” αυτό το πελώριο σπίτι με τις τριάντα κάμαρες…

Η γριά Γαλλίδα με την καστανή περούκα και το ρυτιδω¬μένο της πρόσωπο, με τα ξεθωριασμένα μάτια και με την ξερακιανή σιλουέτα της… ήταν ο μοναδικός κάτοικος του πελώριου σπιτιού. Οι ιδιοκτήτες πήγαν σε εκδρομή με φίλους τους για να γλεντήσουν τα Χριστούγεννα.

Η γριούλα ολομόναχη μέσα στα δωμάτια -ήταν πολλά, πελώρια- σκέφθηκε να μην πλαγιάσει να μα μείνει άγρυπνη κείνη τη νύχτα.

Μια φοβερή τρομάρα παρέλυε τα μέλη της, πάγωνε τα χέρια της…

Για να περάσει η ώρα άναψε τα φώτα και περιπλανιόταν στις κάμαρες, που ήτανε φωτισμένες με πολύχρωμα λαμπιό¬νια και με το γλυκό φως πού ‘διναν τα κεράκια των καντηλεριών.

Ήταν Χριστουγεννιάτικη παγωμένη νύχτα…

(…)

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΝΕΑ – 25 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1945

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

“Ανοιξε τα μάτια του κι έστησε τ” αυτί. Του είχε γίνει πια συνήθεια αυτό, καθώς στους ληστοφυγόδικους. Μα και τα μούτρα του, αν τά ‘βλεπε στον καθρέφτη της ντουλάπας, εκεί αντίκρυ στο κρεβάτι μιαν όψη ληστοφυγόδικου θα του παρουσίαζαν. Γένια άγρια -είχε κάπου μια βδομάδα να ξυριστεί- κι αχάμνια που να σου κάνει τρόμο.

«Ησυχία!» συλλογίστηκε ενώ τέντωνε όσο μπορούσε περισσότερο την ακοή τους. «Ούτε ντουφεκιά δεν πέφτει… Δεν το είπα εγώ χτες; Χριστούγεννα σήμερα, θα έχουμε εκεχειρία. Τί διάολο;»

Η σκέψη αυτή της εκεχειρίας του προκάλεσε δυνατή ευχαρίστηση. Αισιοδοξία. Χαιρόταν ακόμα, που βγήκε αληθινός στην πρόβλεψή του.

Όλοι την είχαν ακούσει χτες βράδυ εκεί κάτω, στο καταφύγιο της πολυκατοικίας. Έπρεπε, λοιπόν, να σηκωθεί τώρα από το κρεβάτι του γρήγορα, να ντυθεί και να βγει στο χωλ, για να χαρεί το θρίαμβό του.

«Δεν σας το είπα εγώ χτες; Ήταν αδύνατο vα μη γίνει. Και μάλιστα δεν αποκλείεται σήμερα να τελειώσει για καλά όλο το πανηγύρι. Ναι, ναι, θα τελειώσει, να το δείτε. Εγώ σας το λέω. Εικοσιδύο ήμερες πια -παρατράβηξε. Σώνει! Θα τελειώσει σήμερα, που είναι Χριστούγεννα. Να μου το θυμηθείτε».

Μπρρραμ! μπάμ! — Τινάχτηκε. Τι ήταν αυτό; Χριστέ μου! Όλμοι ή οβίδα από τανκ; Τα τζάμια είχανε κουδουνίσει, η καρδιά του βροντούσε σαν ταμπούρλο που το χτυπάει τρελός.

Έτσι καθώς είχε βρεθεί μεμιάς ανακαθισμένος στο κρεβάτι, χωρίς καθόλου να καταλαβαίνει το δεκεμβριανό κρύο, βάλθηκε ν” αφουγκράζεται με κρατημένη ανάσα. Πρέ¬πει να ήταν ακόμα πρωί, κάπου οχτώ ή ώρα. Πέρα, κανα-δυό δρόμους πιο πάνω, ξέσπασε ντουφεκίδι ορμητικό.

(…)

ΡΟΜΑΝΤΣΟ – 25 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1945

ΤΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Π. ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ήταν και τότε. Χριστούγεννα πολεμικά. Βρισκόμαστε στο 1940. Θριαμβευτής ο στρατός έχει καταλάβει το Αργυρόκαστρο και βρίσκεται έξω από το Τεπελένι.

Υπερήφανο το Έθνος, εντείνει τις προσπάθειές του. Σε μια μονάδα έξω από τους Αγίους Σαράντα, στο δρόμο που οδηγεί στη Χειμάρρα, οι φαντάροι γιορτάζουν τη μεγάλη μέρα.

Η μονάδα τους είναι σ” ένα αρβανιτοχώρι, μικρό και φτωχό με τα λίγα σπίτια του σκορπισμένα στην πλαγιά του βουνού. Διπλό το συσσίτιο την ήμερα εκείνη κι από ένα ποτηράκι κρασί. Τι άλλο χρειάζεται για την ευδαιμονία;

Στα διαλείμματα των επιδρομών οι φαντάροι γιορτάζουν. Τά ‘χουν όλα. Δεν απου¬σιάζει παρά η γυναίκα. Δε δυσκολεύονται όμως να τη φτιάξουν κι αυτή. Με πηλό έπλασε ο Δημιουργός τον πρώτο άνθρωπο.

Με χιόνι πλάθουν αυτοί την πρώτη γυναίκα. Είναι σε υπερφυσικές διαστάσεις, πανύψηλη, εύσαρκη, πληθωρική, με παχιά μάγουλα, με ογκώδη μπράτσα, με υπερτροφικούς μηρούς.

Όπως τη φαντάζεται κατά τις ημέρες του ασκητισμού του ο ερημίτης. Μια γυναίκα από χιόνι. Δεν την εκοίταζαν όλοι με το ίδιο μάτι.

Ένας έβλεπε σ” αυτή τη μητέρα, άλλος έβλεπε τη σύζυγο, ένας, ο τρίτος έβλεπε τη κόρη των ονείρων του. Όλοι, όμως, μαζί εστήλωσαν απάνω της τα βλέμματα. Την εθώπευσαν με τα μάτια. Την είδαν με τρυφερότητα, την είδαν με επιθυμία. Μερικοί την επλησίασαν και άπλωσαν προς το μέρος της τα δάχτυλα, σα να ήθελαν να τη χαϊδέψουν.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ