«Σινικό τείχος» της αντιπολίτευσης για τον εκλογικό νόμο

66
Βουλή, ταυτότητα φύλου,

Οι αντιτιθέμενες στρατηγικές και επιδιώξεις στο χώρο της κεντροαριστεράς, δεν δίνουν στον ΣΥΡΙΖΑ έναν σύμμαχο, που μπορεί να συμπλεύσει μαζί του στο θέμα του εκλογικού νόμου.

Το άδοξο τέλος και μάλιστα πρόωρα, που φαίνεται να δίνει η Φώφη Γεννηματά αλλά και όλο το ΠΑΣΟΚ (πλην ίσως του κ. Θεοχαρόπουλου της ΔΗΜΑΡ) στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς για την αλλαγή του εκλογικού νόμου και την εφαρμογή του από τις αμέσως επόμενες εκλογές, διαμορφώνει νέα δεδομένα σε ένα εκρηκτικό πολιτικό σκηνικό.

Στην ουσία καθιστά σχεδόν αδύνατη την υπερψήφιση του νέου εκλογικού νομού από 200 βουλευτές, που απαιτούνται για να ισχύσει από την επόμενη εκλογική αναμέτρηση και όχι την μεθεπόμενη.

Υπό αυτό το πρίσμα η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να πιέσει – μάταια- πλέον το ΚΚΕ και τπυς βουλευτές που ανήκουν στη Δημοκρατική συμπαράταξη – όσους προέρχονται για παράδειγμα από τη Δημοκρατική Αριστερά -, το Ποτάμι και τους ανεξάρτητους, ώστε με τις ψήφους της Ένωσης Κεντρώων και της Χρυσής Αυγής να φτάσει στο επιθυμητό όριο. Αν και είναι αμφίβολο το αποτέλεσμα.

Εφόσον δεν τα καταφέρει – όπερ και το πιθανότερο – ο σχεδιασμός της πλέον έχει μόνον ένα στόχο: να αποτρέψει την ευρεία νίκη της ΝΔ στις επόμενες εκλογές και να τη περιορίσει σε ποσοστό κάτω του 32%- 33%, που θεωρείται ως ένα «ασφαλές» όριο για να μην καταφέρει να συγκροτήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης ούτε καν κυβέρνηση συνεργασίας. Σε αυτήν την περίπτωση, γράφει το «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ» οι εκλογές θα επαναληφθούν αμέσως – όπως έγινε το 2012 – με εκλογικό σύστημα την απλή αναλογική, την οποία θα έχει ψήφισε στο μεταξύ και πάντως εντός του τρέχοντος Ιουλίου, σύμφωνα με τον προγραμματισμό της η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ / ΑΝΕΛ.

Ο Αλέξης Τσίπρας θέλει έτσι, αποτρέποντας δηλαδή τη συγκρότηση κυβέρνησης ΝΔ – συμμάχων, να προλάβει την αλλαγή της απλής αναλογικής με την επαναφορά της ενισχυμένης, όπως έχει δεσμευτεί ο κ. Μητσοτάκης και να διαμορφώσει οριστικά τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού στο μέλλον με βάση ένα εκλογικό σύστημα, που αφενός θα αποκλείει τις αυτοδύναμες κυβερνήσεις και αφετέρου θα δίδει τη δυνατότητα και στο δεύτερο κόμμα να σχηματίζει κυβέρνηση, εφόσον έχει ευρύ πλέγμα συμμαχιών και εκφράζει ένα πλειοψηφικό χώρο στο πολιτικό σκηνικό – είναι δε παραδεκτό από έγκυρους αναλυτές οτι συνήθως στην Ελλάδα ο πόλος της κεντροαριστεράς υπερισχύει εκείνου της κεντροδεξιάς!

Διαβάστε επίσης:  Πολιτική θύελλα στα κόμματα με τα αναδρομικά των πρώην βουλευτών

Εφόσον τελικά προκύψει η ανάγκη για εφαρμογή αυτού του σχεδίου – ανάλογα με τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που θα διαμορφωθούν το φθινόπωρο από την εφαρμογή του μνημονίου, αλλά και τις πιέσεις των δανειστών για δημοσιονομικά μέτρα και εργασιακά – θα τεθεί και το θέμα του χρόνου των εκλογών, που δεν μπορεί να είναι μακρινός για προφανείς λόγους, εάν τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά για την κυβέρνησή.

Η δύσκολη αριθμητική του εκλογικού νομού

Η βουλή θα κληθεί να ψηφίσει τον νέο εκλογικό νόμο έως τα μέσα Ιουλίου, ή το αργότερο έως τις 20 του μήνα. Η κυβέρνηση έχει μέχρι τώρα εξασφαλίσει μόνο τη συνεργασία της Ένωσης Κεντρώων, ήτοι οι θετικές ψήφοι φτάνουν τις 162, που ίσως ανέβουν τις 164 αν υπερψηφίσουν και δυο από τους τέσσερις ανεξάρτητους βουλευτές. Μόνο εάν προστεθούν οι 18 της Χρυσής Αυγής και οι 15 του ΚΚΕ υπάρχει μια ελάχιστη πιθανότητα να πειστούν άλλοι τρεις από άλλα κόμματα να συμπληρώσουν το όριο των 200. Όμως έτσι κι αλλιώς το ΚΚΕ δείχνει εντελώς απρόθυμο να συμβάλει στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες, ενώ είναι δύσκολο να βρεθούν και τόσοι βουλευτές με διάθεση να αποσκιρτήσουν από τα κόμματά τους.

Ουσιαστικά η αντιπρόταση της κ. Γεννηματά καθιστά εκ των πραγμάτων αδύνατη την ευρεία συμφωνία: ζητώντας να προβλεφτεί η απόδοση ενός λογικού μπόνους εάν το πρώτο κόμμα πάρει άνω του 42%, αποκλείει την Ένωση Κεντρώων και το ΚΚΕ, που δεν θέλουν καν μπόνους, αλλά και το Ποτάμι που θέλει πιο γενναία απόδοση του μπόνους – φυσικά η ΝΔ είναι εξ ορισμού εκτός συμφωνίας, αφού τάσσεται υπέρ του σημερινού συστήματος. Ζητώντας επίσης να σπάσουν οι μεγάλες εκλογικές περιφέρειες αποκλείει ξανά ΚΚΕ και Ένωση Κεντρώων.