Τι πρέπει να γνωρίζουν οι επενδυτές των μετοχών και γιατί

22

Με αποδόσεις, που ήταν πιο ελκυστικές από ό,τι εδώ και αρκετά χρόνια, οι επενδυτές των παγκόσμιων χρηματιστηριακών αγορών απόλαυσαν ένα πολύ καλό πρώτο εξάμηνο. Τα επίπεδα-ρεκόρ που άγγιξαν πολλοί αμερικανικοί δείκτες επιτεύχθηκαν σε ένα περιβάλλον περιορισμένης μεταβλητότητας, ενισχύοντας το επενδυτικό αίσθημα άνεσης και ικανότητας.

Όλα αυτά συνοδεύτηκαν από εντάσεις και μεταβάσεις -κάποιες ολοκληρώθηκαν, άλλες απέβησαν άκαρπες, τουλάχιστον για την ώρα- που πιθανότατα θα επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο θα αισθάνονται οι επενδυτές στο τέλος του έτους.

Ακολουθούν έξι βασικά πράγματα που πρέπει να γνωρίζετε για τις πρόσφατες εξελίξεις, αλλά και ορισμένοι καθοριστικοί παράγοντες των προοπτικών στο υπόλοιπο του έτους:

1.Υπήρχε ένα γενικευμένο ράλι στις παγκόσμιες αγορές μετοχών: Σύμφωνα με ανάλυση της Wall Street Journal, από τα 30 μεγαλύτερα χρηματιστήρια παγκοσμίως, τα 26 κατέγραψαν κέρδη κατά το πρώτο εξάμηνο του 2017 (εξαίρεση ήταν ο Καναδάς, η Κίνα, το Ισραήλ και η Ρωσία). Σε παγκόσμιο επίπεδο, αυτό οδήγησε στην καλύτερη απόδοση α’ εξαμήνου από την απότομη ανάκαμψη από το ναδίρ της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-09. Σχεδόν οι μισές από αυτές τις 30 αγορές ολοκλήρωσαν τον Ιούνιο σε ιστορικά ή κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

2. Η ηγετική θέση στην αγορά εναλλασσόταν με τις σχετικά διαφοροποιημένες αποδόσεις στους κλάδους: εντός του αμερικανικού δείκτη S&P, της μεγαλύτερης χρηματιστηριακής αγοράς στον κόσμο, 9 από τους 11 κλάδους απέφεραν κέρδη στους επενδυτές. Εντούτοις, η διασπορά ήταν αξιοσημείωτη, τόσο συνολικά όσο και εντός συγκεκριμένων κλάδων -παρά την περαιτέρω στροφή προς τις παθητικές επενδύσεις και τον πολλαπλασιασμό των ETFs που στηρίζονται σε δείκτες. Οι κλάδοι τεχνολογίας και υγειονομικής περίθαλψης βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της ανόδου, με απόδοση 17%. Ο κλάδος τηλεπικοινωνιών έχασε 13% και ο κλάδος ενέργειας 14%. Η Amazon σημείωσε άνοδο, όταν πολλοί παραδοσιακοί λιανοπωλητές μαράζωσαν. Παρά το γεγονός ότι ένα ράλι της τελευταίας στιγμής βοήθησε τις αγορές να αντισταθμίσουν την πτώση της τεχνολογίας τον Ιούνιο, οι μετοχές του χρηματοοικονομικού κλάδου σημείωσαν μόνο οριακά κέρδη. Στο μεταξύ, το μέγεθος έπαιξε το ρόλο του. Ο Dow Jones και ο S&P 500 κέρδισαν 8%, η άνοδος του Nasdaq έφτασε το 14%, ενώ ο δείκτης μικρής κεφαλαιοποίησης Russell έχασε περίπου 5%.

3. Οι καταλύτες της αγοράς άλλαξαν αλλά η κρίσιμη μετάβαση στη βιωσιμότητα παρέμεινε ασαφής: Ξεκινώντας το έτος, οι αγορές επηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις ελπίδες ότι θα εφαρμοστούν πολιτικές στις ΗΠΑ που θα τονώσουν την οικονομική ανάπτυξη και τα εταιρικά κέρδη με βιώσιμο και συνεπή τρόπο. Αλλά η πολιτική απόφαση να προωθηθεί η μεταρρύθμιση της υγειονομικής περίθαλψης μέσω του Κογκρέσου, έβαλε φρένο τόσο στη φορολογική μεταρρύθμιση όσο και στις υποδομές. Ως εκ τούτου, η αύξηση των «soft data», συμπεριλαμβανομένων των μέτρων εμπιστοσύνης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, δεν παρέσυρε τα «hard data», τα οποία παρέμειναν υποτονικά. Οι δυνητικά δυσμενείς επιπτώσεις στις αγορές από τις καθυστερήσεις στην εφαρμογή της φιλοαναπτυξιακής πολιτικής αντισταθμίστηκαν από δύο άλλους παράγοντες: τα στοιχεία που δείχνουν αναθέρμανση της παγκόσμιας οικονομίας (η οποία, με το χρόνο, φαίνεται να αποδεικνύεται πιο μεταβατική) και η συνεχιζόμενη διοχέτευση ρευστότητας.

Διαβάστε επίσης:  Αυτά είναι τα Τέλη Κυκλοφορίας 2018 (πίνακες)

4. Ξεχάστε τα θεμελιώδη στοιχεία της οικονομίας και των πολιτικών, η ρευστότητα μετράει: Η εισροή ρευστότητας ήταν -και πάλι- αυτό που μέτρησε πιο πολύ για τους traders και τους επενδυτές κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, αντισταθμίζοντας όχι μόνο τα εμπόδια στην οικονομία και τις πολιτικές αλλά και τα γεωπολιτικά, τα θεσμικά και τα πολιτικά εμπόδια. Και αυτή η άφθονη ρευστότητα προέρχεται από τρεις πηγές. Πρώτον, τα επίπεδα ρεκόρ της εταιρικής κερδοφορίας, τα οποία μεταφράστηκαν σε συνεχιζόμενες επαναγορές μετοχών και σε υψηλότερες πληρωμές μερισμάτων από τις εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των εντυπωσιακών σχεδίων κατανομής κεφαλαίων που ανακοίνωσαν οι τράπεζες την περασμένη εβδομάδα μετά το «πράσινο φως» των ρυθμιστικών αρχών. Δεύτερον, τα αυξημένα επίπεδα ανισότητας που συνέχισαν να συσσωρεύουν ένα σημαντικό μέρος του σταδιακά αυξανόμενου πλούτου στα χέρια εύπορων νοικοκυριών που χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη ροπή προς τις επενδύσεις στο χρηματιστήριο. Τρίτον, η διατήρηση των υπερβολικά διευκολυντικών πολιτικών των κεντρικών τραπεζών, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών μηνιαίων αγορών παγίων από την Τράπεζα της Ιαπωνίας και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

5. Άλλες ενδείξεις στην αγορά υποδηλώνουν χαμηλότερη εμπιστοσύνη στα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη: Έχοντας διαπραγματευτεί σε ένα εύρος σχεδόν 60 μονάδων βάσης κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, οι αποδόσεις των 10ετών κρατικών ομολόγων έφτασαν στο 2,30%, λίγο κάτω από το σημείο εκκίνησης του 2,44%. Στη διαδικασία, η διαφορά απόδοσης έναντι των γερμανικών bunds μειώθηκε αισθητά. Ακόμη πιο σημαντική ήταν η σημαντική εξομάλυνση της καμπύλης αποδόσεων, που συνήθως αποτελεί δείκτη επικείμενης οικονομικής επιβράδυνσης. Στο μεταξύ, το δολάριο έδωσε πίσω, και με το παραπάνω, όλα τα μετεκλογικά του κέρδη. Και οι τιμές του πετρελαίου ολοκλήρωσαν το εξάμηνο με πτώση περίπου 14%, καθώς οι ανησυχίες σχετικά με την προσφορά μετά βίας περιορίστηκαν από την όποια αισιοδοξία για τη ζήτηση.

6. Και μέσα από όλα αυτά, η αντίθεση ανάμεσα σε δύο βασικά χαρακτηριστικά του ράλι ρευστότητας διογκώθηκε: Δεδομένης της σημασίας της ρευστότητας -όχι μόνο για τον προσδιορισμό των αποδόσεων, αλλά και για τη συγκρατημένη μεταβλητότητα και τους μεταβαλλόμενους συσχετισμούς στις κλάσεις παγίων που καθοδηγούνται από τα θεμελιώδη- οι αγορές ολοκλήρωσαν την περίοδο στη μέση μιας μάχης μεταξύ των συγκεντρωτικών στοιχημάτων και των στοιχημάτων που υπόκεινται στη λογική «αγόρασε στα χαμηλά».

Όλα αυτά προετοιμάζουν τις αγορές για ένα ενδιαφέρον υπόλοιπο έτους, όπου οι traders και οι επενδυτές θα πρέπει να δώσουν προσοχή:

Στο συνεχιζόμενο αντίκτυπο της ρευστότητας, δεδομένου μάλιστα ότι πολλές κεντρικές τράπεζες με συστημική σημασία (συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας της Αγγλίας, της ΕΚΤ και της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας) είναι πιθανό να αποσύρουν προσεκτικά τα νομισματικά μέτρα στήριξης.

-Στην πρόοδο που θα σημειωθεί στη μετάβαση από τη ρευστότητα σε πιο βιώσιμους «εγγυητές» των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, με προεξέχουσες τις αναπτυξιακές πολιτικές σε ΗΠΑ και Ευρώπη.