19ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης: Τα πάντα είναι πολιτική

20
Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, πολιτική,

Τα πάντα είναι πολιτική – ή, έστω, έχουν και την πολιτική πτυχή τους. Το ντοκιμαντέρ αποτελεί, μεταξύ άλλων, μια πολιτική δημιουργία.

Και πολλά τέτοια, πολιτικά ντοκιμαντέρ δηλαδή, υπάρχουν στο πρόγραμμα του 19ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, είτε πρόκειται για δημιουργίες που ασχολούνται με τρέχοντα φλέγοντα ζητήματα όπως το προσφυγικό, είτε για άλλες που σκιαγραφούν σύγχρονες πολιτικές προσωπικότητες είτε για φιλμ που κοιτάζουν πίσω στο παρελθόν για να εξετάσουν ιδεολογικά ρεύματα και δικτατορίες ανά τον κόσμο.

Έξι τέτοια ντοκιμαντέρ διαλέγουμε από το σημερινό μενού του φεστιβάλ και σας τα προτείνουμε, ξεκινώντας στις 13.30 από την αίθουσα Παύλος Ζάννας και το ντοκιμαντέρ «Ντούγκμα – Το κουμπί του Πολ Σαλαχαντίν Ρέφσνταλ»: Όταν η Αλ Κάιντα στη Συρία έρχεται αντιμέτωπη μ’ έναν εχθρό σε απροσπέλαστη θέση, στέλνει εκεί τους Επίδοξους Μάρτυρες – εθελοντές που οδηγούν προς το στρατόπεδο του εχθρού ένα φορτηγό ή ένα τεθωρακισμένο όχημα μεταφοράς προσωπικού φορτωμένο με τόνους εκρηκτικών, και τα ανατινάζουν. Αυτές οι επιχειρήσεις είναι γνωστές στους κύκλους των Τζιχαντιστών ως «ντάγκμα», που στ’ αραβικά σημαίνει «κουμπί». Στην ταινία, ακολουθούμε τέσσερις Επίδοξους Μάρτυρες στην καθημερινότητά τους, καθώς περιμένουν τη σειρά τους για να συμμετάσχουν στην τελική αποστολή.

Την ίδια ώρα, 13.30, στην αίθουσα Σταύρος Τορνές προβάλλεται το ντοκιμαντέρ «Αμερικανός αναρχικός» του Τσάρλι Σίσκελ: Το 1970 και καθώς οι μεθυστικές μέρες της δεκαετίας του ’60 έφταναν στο τέλος τους, ο 19χρονος Ουΐλιαμ Πάουελ έγραψε ένα από τα πιο διαβόητα βιβλία που κυκλοφόρησαν ποτέ. Μανιφέστο και μαζί εγχειρίδιο για το «μαγείρεμα» μιας βόμβας, ο Τσελεμεντές του Αναρχικού πούλησε πάνω από δύο εκατομμύρια αντίτυπα. Σήμερα, στα 65 του, ο Πάουελ παλεύει να συλλάβει τη ζημιά που προξένησε το βιβλίο, αφού δεν σχετίστηκε μόνο με πράξεις διαμαρτυρίας, αλλά και με τη βία της τρομοκρατίας.

«Ο καλός ο ταχυδρόμος» του Τόνισλαβ Χρίστοφ (Τζων Κασσαβέτης, 15.15) μάς μεταφέρει σε ένα μικρό χωριό στη Βουλγαρία, στα σύνορα με την Τουρκία, το οποίο έχει βρεθεί στο επίκεντρο μιας ευρωπαϊκής κρίσης, καθώς τη νύχτα οι αιτούντες άσυλο μπαίνουν κρυφά στη χώρα. Ο Ιβάν ο ταχυδρόμος βάζει υποψηφιότητα για δήμαρχος με σκοπό να ζωντανέψει το χωριό που αργοπεθαίνει, καλωσορίζοντας τους πρόσφυγες. Οι αντίπαλοί του προτιμούν να κλείσουν τα σύνορα και να ξαναφέρουν τον κομμουνισμό. Σύντομα, ο Ιβάν θα μάθει πως ενώ οι καλές προθέσεις δεν επαρκούν, ακόμα κι οι πιο μικρές χειρονομίες έχουν σημασία.

Διαβάστε επίσης:  Η εικαστικός Πένη Μαναβή παρουσιάζει την ατομική της έκθεση ζωγραφικής DANCE ME

Οι «Ασκήσεις μνήμης» της Πας Ενσίνα (Σταύρος Τορνές, 18.00) μας ταξιδεύουν μέχρι την Παραγουάη, όπου από το 1954 έως το 1989 επιβλήθηκε μία από τις μακροβιότερες δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής. Διήρκεσε 35 χρόνια. Ο Αγουστίν Γκοϊμπουρού, ο πιο σημαντικός πολιτικός αντίπαλος του καθεστώτος Στρέσνερ, εξαφανίστηκε το 1976 στο Παρανά της Αργεντινής, όπου είχε εξοριστεί. 35 χρόνια αργότερα, οι μικροί Ροχέλιο, Ρολάντο και Γιασμίν, τα τρία του παιδιά, επιστρέφουν στον τόπο της εξορίας.

Το ντοκιμαντέρ «Tutti a casa: Ο λαός στην εξουσία;» (Τζων Κασσαβέτης, 22.30) της Λίζε Μπιρκ Πέντερσεν ασχολείται με την άνοδο του λαϊκισμού στη Δύση εστιάζοντας στην περίπτωση του ιταλού κωμικού Μπέπε Γκρίλο ο οποίος ορκίζεται να φέρει το λαό στην εξουσία μέσω του κόμματός του, του Movimento. Για λίγο καιρό, αναπτερώνονται οι ελπίδες πως θ’ αλλάξει ριζικά το πολιτικό τοπίο που κυβερνάται από τη Μαφία. Τι συμβαίνει, όμως, όταν τα πολιτικά ιδεώδη συναντούν την πραγματικότητα ενός κοινοβουλίου;

Τέλος οι «Μουσικοί παρτιζάνοι» (Φρίντα Λιάππα, 23.00) του Μίροσλαβ Ντεμπίνσκι εξετάζει την περίπτωση δύο αδελφών που ζουν στη Λευκορωσία, παίζουν σε διάφορα συγκροτήματα και δηλώνουν την αντίθεσή τους στο αυταρχικό καθεστώς του προέδρου της χώρας Λουκασένκο με όποιο μέσο διαθέτουν – με τη μουσική, το ντύσιμο, τη συμπεριφορά τους. Η πολιτική πραγματικότητα μιας χώρας στην οποία απαγορεύονται τα «επαναστατικά τραγούδια» και που δυστυχώς παραμένει απαράλλαχτη ως σήμερα, μέσα από τα μάτια των εκπροσώπων της άντεργκραουντ σκηνής.