Η 36η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, η οποία διεξάγεται στις 7 και 8 Ιουλίου 2026 στην Άγκυρα, αποτελεί ένα ιστορικό ορόσημο. Λαμβάνει χώρα σε μια περίοδο καταιγιστικών γεωπολιτικών ανακατατάξεων.
Η επιλογή της τουρκικής πρωτεύουσας για τη φιλοξενία των ηγετών, για πρώτη φορά μετά από 22 χρόνια, υπογραμμίζει τον αναβαθμισμένο ρόλο της διοργανώτριας χώρας ως περιφερειακού ρυθμιστή. Η ατζέντα των συνομιλιών στο Προεδρικό Μέγαρο Μπεσέπε κυριαρχείται από τρεις κεντρικούς πυλώνες: την πίεση για δραματική αύξηση των αμυντικών δαπανών, το μέλλον του πολέμου στην Ουκρανία υπό το πρίσμα της νέας αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και τα διπλωματικά ανταλλάγματα που επιδιώκει η Άγκυρα.
Στο επίκεντρο των οικονομικών συζητήσεων βρίσκεται η δέσμευση των συμμάχων για τη σταδιακή επίτευξη του ιστορικού στόχου διάθεσης του 5% του ΑΕΠ για την άμυνα. Αυτή η στροφή προς μια άνευ προηγουμένου εξοπλιστική ενίσχυση θα σφραγιστεί κατά το παράλληλο Φόρουμ Αμυντικής Βιομηχανίας (NATO Defence Industry Forum) στις 7 Ιουλίου. Εκεί αναμένεται να κλειστούν μεγάλες αμυντικές συμβάσεις και να προωθηθούν κοινές προμήθειες. Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, πιέζει συστηματικά για τη μετατροπή των πολιτικών υποσχέσεων σε χειροπιαστά αποτελέσματα παραγωγής, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της Συμμαχίας.
Συνάντηση Τραμπ – Ζελένσκι
Η παρουσία του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και η επιβεβαιωμένη συνάντησή του με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο περιθώριο της συνόδου στρέφουν όλα τα βλέμματα στην Ουκρανία. Σύμφωνα με αναλύσεις διεθνών δεξαμενών σκέψης, όπως το Center for Strategic and International Studies (CSIS), η Συμμαχία δοκιμάζεται από τις νέες ισορροπίες στην εξωτερική πολιτική της Ουάσιγκτον. Οι ηγέτες καλούνται να βρουν έναν κοινό οδικό χάρτη για τη χρηματοδότηση και τη στρατιωτική στήριξη του Κιέβου, ισορροπώντας ανάμεσα στις ευρωπαϊκές ανησυχίες και τις προθέσεις των ΗΠΑ για μια ταχεία επίλυση της σύγκρουσης.
Για τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η σύνοδος αποτελεί την απόλυτη ευκαιρία προβολής ισχύος. Η κατ’ ιδίαν συνάντησή του με τον Ντόναλντ Τραμπ αναμένεται να κρίνει πολλά για τις διμερείς σχέσεις, το εμπόριο όπλων και τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Η Άγκυρα επιχειρεί μια στρατηγική επανεκκίνηση με τη Δύση. Παράλληλα, διατηρεί την ιδιότυπη πολιτική των ανοιχτών διαύλων με τη Μόσχα. Στόχος της είναι να κεφαλαιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση και να κερδίσει τη μερίδα του λέοντος από τις νέες ΝΑΤΟϊκές παραγγελίες, αξιοποιώντας την αναπτυγμένη εγχώρια αμυντική της βιομηχανία.
Τέλος, η ασφάλεια της Νότιας Πτέρυγας του ΝΑΤΟ και η σταθερότητα στη Μεσόγειο βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα, επηρεαζόμενες άμεσα από τις κρίσεις στη Μέση Ανατολή. Η Αθήνα παρακολουθεί στενά τις κινήσεις της Άγκυρας, ιδιαίτερα σε σχέση με τη λειτουργία νέων ΝΑΤΟϊκών δομών ή στρατηγείων στην περιοχή, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπονομευθούν τα ελληνικά κυρίαρχα συμφέροντα. Συμπερασματικά, η Σύνοδος της Άγκυρας δεν θα αναλωθεί σε θεωρητικές διακηρύξεις. Αναμένεται να αποτυπώσει τη νέα, πιο σκληρή και ρεαλιστική πραγματικότητα του ΝΑΤΟ, όπου η άμυνα κοστίζει ακριβότερα και οι συμμαχίες επαναδιαπραγματεύονται.

Η Ελληνική στρατηγική στη Σύνοδο της Άγκυρας: Ισορροπίες και κόκκινες γραμμές
Η διεξαγωγή της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα διαμορφώνει ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο διπλωματικό σκηνικό για την Αθήνα. Μετά από μια μακρά περίοδο σχετικής ύφεσης και διαύλων επικοινωνίας στο Αιγαίο, η ελληνική διπλωματία καλείται να διαχειριστεί την προσπάθεια της Τουρκίας να κεφαλαιοποιήσει τον ρόλο του οικοδεσπότη. Η Αθήνα προσέρχεται στη σύνοδο με σαφείς κόκκινες γραμμές, επιδιώκοντας να αποτρέψει την εργαλειοποίηση της ΝΑΤΟϊκής ομπρέλας από την Άγκυρα για την αναβάθμιση των αναθεωρητικών της διεκδικήσεων.
Το κύριο μέλημα της ελληνικής πλευράς εστιάζεται στη διατήρηση των ισορροπιών στη Νότια Πτέρυγα της Συμμαχίας. Η Αθήνα παρακολουθεί στενά τις τουρκικές επιδιώξεις για τη δημιουργία νέων περιφερειακών στρατηγείων ή δομών διοίκησης του ΝΑΤΟ σε τουρκικό έδαφος. Η ελληνική στάση είναι ξεκάθαρη: οποιαδήποτε νέα δομή δεν πρέπει να θίγει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας ούτε να ανατρέπει το υφιστάμενο καθεστώς επιχειρησιακού ελέγχου στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, η Ελλάδα αναδεικνύει τον δικό της ρόλο ως αξιόπιστου πυλώνα σταθερότητας, προβάλλοντας τις υποδομές της, όπως το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, που παραμένει κρίσιμος κόμβος για την τροφοδοσία της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.
Ένα εξίσου κρίσιμο μέτωπο είναι η εξοπλιστική ισορροπία, η οποία επηρεάζεται άμεσα από τις συναντήσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τον Ντόναλντ Τραμπ στο περιθώριο της συνόδου. Η Τουρκία πιέζει για την πλήρη άρση των αμερικανικών περιορισμών στα εξοπλιστικά προγράμματα και την ενσωμάτωση της δικής της αμυντικής βιομηχανίας στις νέες ΝΑΤΟϊκές παραγγελίες. Από την πλευρά της, η Αθήνα, έχοντας ήδη εξασφαλίσει το δικό της εξοπλιστικό πλάνο (F-35, Belharra) και έχοντας πιάσει προ πολλού τα ΝΑΤΟϊκά κριτήρια για τις αμυντικές δαπάνες, επισημαίνει στους συμμάχους ότι η αλληλεγγύη εντός της Συμμαχίας απαιτεί τον πλήρη σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και της αποφυγής προκλητικών ενεργειών μεταξύ μελών.










