Αχόρταγος ο Ερντογάν – Μετά την Τουρκία, τι;

Το ανέκδοτο με τη Γαύδο που έμεινε –άγνωστο για πόσο ακόμη– στην αφάνεια!!!

37
«Χτύπημα» Ερντογάν στη Ρωσία: Η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την προσάρτηση της Κριμαίας

Μετά την τουρκική «νίκη» στη Συρία, πολλοί διπλωματικοί και πολιτικοί κύκλοι στοιχηματίζουν ότι ο Ερντογάν θα στραφεί προς τα μόνιμα ανοικτά μέτωπα με την Ελλάδα και την Κύπρο.

Του Δημήτρη Τζιβελέκη

Άλλωστε, οι αναφορές του ίδιου όσο και των υπουργών του, σχεδόν σε καθημερινή βάση, φωτογραφίζουν την εξέλιξη αυτή.

Παρά το κλίμα σύνεσης που είχε καλλιεργηθεί τα τελευταία χρόνια, οι διμερείς σχέσεις της χώρας μας με την Τουρκία δοκιμάζονται επανειλημμένα το τελευταίο διάστημα, μετά τις αναφορές του προέδρου Ερντογάν σε «σύνορα της καρδιάς του», την έμμεση αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάννης, αλλά και την επερχόμενη σύγκρουση των δύο πλευρών αναφορικά με τη διατήρηση ή μη του καθεστώτος των εγγυήσεων στην Κύπρο, οι οποίες είχαν υπάρξει μέρος της τριμερούς διευθέτησης του 1959-60 (Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου).

Είναι λογικό αυτή την ώρα, έτσι όπως προδιαγράφονται οι εξελίξεις, να δημιουργούν ανησυχία στην Ελλάδα. Η ανησυχία αυτή έγκειται στο ενδεχόμενο να έχει ανοίξει η… ερντογανική όρεξη και προς δυσμάς. Στο πλαίσιο του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», άλλωστε, η Τουρκία έχει από καιρό εγείρει διεκδικήσεις σε μεγάλα τμήματα της κυπριακής ΑΟΖ και της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Το ενδεχόμενο αυτό έρχεται να προδιαγράψει, εξάλλου, το πανηγυρικό άρθρο του Ιμπραήμ Καραγκιούλ στη «Γενί Σαφάκ» (σ.σ. το δημοσιογραφικό όργανο του σουλτάνου) για την εισβολή στη βόρεια Συρία. Ο αρθρογράφος συνέδεσε ευθέως την επιχείρηση αυτή με τα επεκτατικά σχέδια της Τουρκίας στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο: «Τα σχέδια εκείνων που ήθελαν να μας πολιορκήσουν από τη Μεσόγειο, το Αιγαίο και τον βορρά της Συρίας, το αμερικανικό σχέδιο “διάδρομος τρομοκρατίας”, οι προσπάθειές τους να πολιορκήσουν την Τουρκία από τον νότο, όλα κατέρρευσαν. Αυτή η κατάρρευση συνέβη σήμερα ανατολικά του ποταμού Ευφράτη στη Συρία. Αύριο θα επεκταθεί στη Μεσόγειο και στο Αιγαίο».

Οι λεγόμενες «Γκρίζες Ζώνες» στο Αιγαίο

Παρά το γεγονός ότι τα εκκρεμή θέματα δεν φαίνεται να διευθετούνται άμεσα, ή έστω να περιορίζονται, η τουρκική αντιπολίτευση επεχείρησε πρόσφατα να ασκήσει κριτική στον πρόεδρο Ερντογάν και το κόμμα του, επαναφέροντας μια ακόμη «εκκρεμότητα», αυτή που η τουρκική επεκτατικότητα στο Αιγαίο βαφτίζει «Γκρίζες Ζώνες».

Σύμφωνα με την Άγκυρα, στο Αιγαίο υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός από νησιά, νησίδες και βραχονησίδες που δεν έχουν μεταβιβαστεί με συνθήκη σε κάποιο κράτος από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κατά συνέπεια είτε ανήκουν στο διάδοχο κράτος αυτής (δηλαδή, τη σημερινή Τουρκία) είτε αποτελούν περιοχές «ακαθορίστου κυριαρχίας», και άρα το καθεστώς κυριαρχίας τους πρέπει να οριστεί από τα ενδιαφερόμενα μέρη!!!

Η Τουρκία ηθελημένα παρερμηνεύει τις διεθνείς συνθήκες, με στόχο την αλλοίωση ή και ανατροπή του σημερινού νομικού καθεστώτος στο Αιγαίο. Σε περίπτωση που το επιτύχει, μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί ότι αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει θρυαλλίδα επαναδιαπραγμάτευσης σειράς άλλων «εκκρεμών» ζητημάτων (βλ. Κυπριακό, Θράκη, αποστρατικοποίηση νησιών). Αρχής γενομένης, λοιπόν, από το Αιγαίο, η Τουρκία προτείνει τη διεξαγωγή διμερών διαπραγματεύσεων με την Ελλάδα «εφ’ όλης της ύλης».

Θυμίζεται ότι με βάση το διεθνές δίκαιο –το οποίο η Τουρκία δεν έχει αναγνωρίσει και επικυρώσει, αλλά εφαρμόζει επιλεκτικά– τα νησιά έχουν εναέριο χώρο και χωρικά ύδατα, και ως εκ τούτου η όποια «διανομή» τους μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας θα επηρεάσει –ενδεχομένως σημαντικά– την οριοθέτηση της αιγιαλίτιδας και του εναερίου χώρου στο αρχιπέλαγος. Κατά συνέπεια, η Τουρκία θεωρεί προτεραιότητα τον «καθορισμό της κυριαρχίας» των νησιών αυτών, υποστηρίζοντας ότι η επίλυση των διμερών ζητημάτων θα καταστεί δυνατή μόνο όταν διευκρινιστεί ποια χώρα έχει την κυριότητά τους. Είναι προφανές ότι η Τουρκία επιχειρεί έτσι να θέσει την αναγνώριση του ζητήματος των «γκρίζων ζωνών» ως προϋπόθεση για τη διευθέτηση των υπολοίπων, επιχειρώντας με τον τρόπο αυτό να προκαθορίσει το ότι η όποια τελική διευθέτηση θα εμπεριέχει –μεταξύ άλλων– και εδαφικά οφέλη για την ίδια.

Η (α)βασιμότητα των τουρκικών αμφισβητήσεων

Ακόμη και από την καθαρά νομική διάστασή τους να εξεταστούν οι τουρκικές αμφισβητήσεις, αυτές είναι παντελώς ατεκμηρίωτες αφού οι συνθήκες που ορίζουν το σημερινό καθεστώς του Αιγαίου είναι απολύτως σαφείς ως προς το ποια νησιά υπάγονται στην τουρκική κυριαρχία και ποια στην ελληνική.

Παράδειγμα η Συνθήκη της Λωζάννης του 1923, το άρθρο 12 της οποίας αναφέρει επί λέξει: «Η ληφθείσα απόφασις τη 13η Φεβρουαρίου 1914 υπό της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου εις εκτέλεσιν των Άρθρων 5 της Συνθήκης του Λονδίνου της 17/30 Μαΐου 1913 και 15 της Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Νοεμβρίου 1913 […] αφορώσα εις την κυριαρχίαν της Ελλάδος επί των νήσων της Ανατολικής Μεσογείου, εκτός της Ίμβρου, Τενέδου και των Λαγουσών νήσων […] επικυρούται, υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων της παρούσης Συνθήκης των συναφών προς τα υπό την κυριαρχίαν της Ιταλίας διατελούσας νήσους (σ.σ. δηλαδή, τα Δωδεκάνησα)».

Σε απλά… ελληνικά: η συνθήκη ορίζει ως ελληνικά όλα τα νησιά της Ανατολικής Μεσογείου (εννοεί τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους), πλην της Ίμβρου, της Τενέδου και των Λαγουσών (τα οποία ονομάζονται Gökçeada, Bozcaada και Tavşan adaları στα τούρκικα αντίστοιχα), αλλά και των Δωδεκανήσων, τα οποία αναγνωρίζονταν βάσει του Άρθρου 15 της ίδιας συνθήκης ως ιταλικά.

Επιπλέον, σε μια απόπειρα να μην αφήσει περιθώρια παρερμηνειών και διενέξεων στο μέλλον, η Συνθήκη της Λωζάννης επίσης ανέφερε στο Άρθρο 12 ότι: «Εκτός αντιθέτου διατάξεως της παρούσης Συνθήκης, αι νήσοι αι κείμεναι εις μικροτέραν απόστασιν των τριών μιλίων της ασιατικής ακτής, παραμένουσιν υπό την τουρκικήν επικυριαρχίαν». Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι ο ορισμός των νησιών που αποδίδονται στην Ελλάδα είναι ενδεικτικός και γίνεται κατά τρόπο αφαιρετικό στις συνθήκες (ήτοι διά του αποκλεισμού), ενώ τα νησιά που παραχωρήθηκαν στην Τουρκία και την Ιταλία είτε απαριθμήθηκαν ονομαστικά είτε προσδιορίστηκαν περιοριστικά.

Διαβάστε επίσης:  Ετσι θα είναι η ζωή μας μετά τον κοροναϊό – Οι δραματικές αλλαγές που έρχονται

Αυτό δεν οφείλεται στο ότι οι Δυνάμεις ή τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη απέφυγαν για κάποιο λόγο να προσδιορίσουν επακριβώς τα εδάφη υπό ελληνική κυριαρχία, αλλά στο ότι πιθανότατα θεώρησαν άσκοπη και χρονοβόρα διαδικασία το να καταγραφούν επακριβώς όλα τα νησιά, νησίδες και βραχονησίδες του Αιγαίου που υπάχθηκαν υπό την ελληνική κυριαρχία.

Χαμένη στο… μέτρημα η Άγκυρα

Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν δόκιμο το να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στα νησιά αυτά, ώστε να αξιολογήσουμε τα επιμέρους χαρακτηριστικά τους και να αντιληφθούμε καλύτερα την κλίμακα και τα μέσα της τουρκικής αμφισβήτησης.

Ένα από τα πιο διάσημα έγγραφα που τα αναφέρει τιτλοφορείται EGAYDAAK, ακρωνύμιο της φράσης «Antlaşmalarla Yunanistana Devredilmemiş AdaAdacık ve Kayalıklar», δηλαδή «Νησιά, νησίδες και βραχονησίδες που δεν έχουν μεταβιβαστεί στην Ελλάδα με συνθήκη». Κατά τρόπο μάλλον αστείο, ο συνολικός αριθμός τους ποικίλλει ανάλογα με την εποχή και την πηγή, με το σύνολο αυτών να κυμαίνεται κάπου μεταξύ 16, 17, 25, 29, 58, 127 και 152!!!

Τα περισσότερα από αυτά εντοπίζονται στο ανατολικό Αιγαίο, και μπορούν θεωρητικά να διακριθούν σε τρία επιμέρους σύνολα. Το πρώτο από αυτά περιλαμβάνει μικρό αριθμό νησίδων κοντά και γύρω από τα μεγάλα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, τα οποία απελευθερώθηκαν από τον ελληνικό στόλο το φθινόπωρο του 1912. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα κατοικημένα Αντίψαρα και οι Οινούσες, οι οποίες φιλοξενούν ένα διόλου αμελητέο αριθμό 826 κατοίκων.

Στο σύμπλεγμα αυτό περιλαμβάνεται επίσης το βορειότερο από τα αμφισβητούμενα αυτά κομμάτια ξηράς, η βραχονησίδα Ζουράφα, η οποία βρίσκεται ανατολικά της Σαμοθράκης. Παρά την ελάχιστη έκτασή της, στα νερά γύρω από αυτήν έχουν έρθει αντιμέτωπα επανειλημμένα τα σκάφη του ελληνικού και του τουρκικού λιμενικού, για την προστασία ή την παρεμπόδιση, αντίστοιχα, των Ελλήνων (ντόπιων συνήθως) ψαράδων.

Ένας σημαντικός αριθμός τέτοιων νησιών, νησίδων και βραχονησίδων βρίσκεται ακριβώς νοτιότερα, στον θαλάσσιο χώρο μεταξύ Σάμου και Νισύρου, ο οποίος συμπίπτει χοντρικά με το βόρειο ήμισυ των Δωδεκανήσων. Πολλά από αυτά τα νησιά είναι ακατοίκητα (Καλόλιμνος, Πλάτη, Γυαλί, Γλάρος, Λέβιθα, Σύρνα, Περγούσα, Κανδελιούσσα κ.ά.), αν και ορισμένα μεταξύ αυτών καταφέρνουν να συντηρούν μόνιμο πληθυσμό (όπως το Αγαθονήσι, οι Αρκιοί, το Φαρμακονήσι και ο Κίναρος), με σημαντικότερο τους Φούρνους (1.469 κάτοικοι).

Το ανέκδοτο με τη Γαύδο που έμεινε –άγνωστο για πόσο ακόμη– στην αφάνεια!!!

Κατά τρόπο περίεργο, η τουρκική αμφισβήτηση δεν περιορίζεται μόνο στο ανατολικό Αιγαίο, αλλά αφορά ακόμη και νησιά γύρω από την Κρήτη, όπως η Γαύδος και η Γαυδοπούλα, τα Παξιμάδια, η Ντία (ή Δία), το Γαϊδουρονήσι (Χρυσή), το Κουφονήσι και οι Διονυσάδες. Η διεύρυνση της τουρκικής αμφισβήτησης μέχρι και τη Γαύδο δεν μπορεί παρά να προκαλεί εντύπωση, με δεδομένο ότι απέχει εκατοντάδες χιλιόμετρα από τα τουρκικά παράλια (και άρα το «επιχείρημα» της γειτνίασης δεν ισχύει), ενώ δεν είχε ποτέ στην ιστορία της καταγεγραμμένο μουσουλμάνο κάτοικο.

Το τουρκικό επιχείρημα για τα νησιά αυτά είναι ότι το Άρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου (17/30 Μαΐου 1913) που σφράγισε το τέλος του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου ανέφερε ότι «Η Αυτού Μεγαλειότης ο Αυτοκράτωρ των Οθωμανών εκχωρεί την Νήσον Κρήτην εις τους Συμμάχους Ηγεμόνας [των βαλκανικών κρατών]», αλλά όχι και τις ανωτέρω εξαρτώμενες από αυτή νησίδες. Κατά συνέπεια, τα ανωτέρω νησιά αποτελούν για την Τουρκία πρώην οθωμανικά εδάφη «που τελούν υπό ελληνική κατοχή» ή περιοχές «ακαθορίστου κυριαρχίας», των οποίων το καθεστώς εκκρεμεί.

Η ελληνική πλευρά αρχικά εξέλαβε την αμφισβήτηση της Γαύδου ως αστείο, αλλά το ζήτημα επανήλθε κατά τρόπο οξύ τον Μάιο του 1996, όταν ομάδα Ελλήνων αξιωματικών στο στρατηγείο της Νάπολης πρότεινε τη συμπερίληψη του νησιού στην άσκηση Dynamic Mix του ΝΑΤΟ. Ο Τούρκος αξιωματικός που παρευρισκόταν στη συνάντηση αντέδρασε, καταφέρνοντας να μπλοκάρει την πρόταση. Το ζήτημα προκάλεσε εντύπωση στον τότε υπουργό Εξωτερικών Θεόδωρο Πάγκαλο, ο οποίος επικοινώνησε με τον Τούρκο ομόλογό του Emre Gönensay για να λύσει την «παρεξήγηση». Μόλις ενημερώθηκε για το πού βρίσκεται το νησί, ο τελευταίος υποστήριξε ότι ενδεχομένως πρόκειται για παρεξήγηση, αλλά σύντομα επανήλθε καλύπτοντας απόλυτα τον Τούρκο αξιωματικό, επαναβεβαιώνοντας ότι το καθεστώς της Γαύδου είναι «ασαφές», κατά συνέπεια το νησί «δικαίως» δεν περιλήφθηκε στα σχέδια της συμμαχίας.

Παρ’ ότι η Άγκυρα επεχείρησε το αμέσως επόμενο διάστημα να συντηρήσει το θέμα προωθώντας «ενδεικτικές λίστες» με τα νησιά, νησίδες και βραχονησίδες που θεωρούσε «ακαθορίστου κυριαρχίας», η ελληνική κυβέρνηση και το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών αρνήθηκαν να παραλάβουν έγγραφα αυτού του είδους, καθώς και να αναγνωρίσουν την ύπαρξη οποιουδήποτε σχετικού ζητήματος.

Το θέμα έμεινε έκτοτε στην αφάνεια για χρόνια και εν πολλοίς αγνοήθηκε, όμως οι πρόσφατες εξελίξεις στη γείτονα δείχνουν πως η αντιπολίτευση δεν διστάζει να το επαναφέρει προκειμένου να ασκήσει κριτική στον πρόεδρο Ερντογάν και την πολιτική του και να εμφανιστεί «βασιλικότερη του βασιλέως» στα εθνικά θέματα.