Ανάλυση: Η Ελλάδα και η γεωγραφία

22

Η κινητικότητα που χαρακτηρίζει την Ελληνική εξωτερική πολιτική τα τελευταία 8 με 10 χρόνια εξηγείται με όρους πραγματισμού και μόνον.

Η ανάδυση της Τουρκίας ως περιφερειακού παίκτη, την έφερε σε θέση τριβής με παλαιότερους συμμάχους όπως το Ισραήλ, άνοιξε πόρτες συνεργασίας με τη Μόσχα αλλά και την Τεχεράνη, ενώ το ενεργητικό παιχνίδι της στη Μέση Ανατολή, την έφερε να εμφανίζεται ως προασπιστής των παλαιστινιακών δικαιωμάτων και προστάτης του Κατάρ, αλλά και θανάσιμος εχθρός για την Αίγυπτο του Σίσι και τη Σαουδική Αραβία. Οι ασταθείς σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ, έφεραν την Ελλάδα εκ των πραγμάτων πιο κοντά στις αμερικανικές απόψεις, ενώ η άνευ προηγουμένου βελτίωση της συνεργασίας με το Ισραήλ πέρασε και μέσα από την πάντα πολύ καλά οργανωμένη εβραϊκή διασπορά.

Οι χθεσινές επαφές του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ιερουσαλήμ, αλλά και ευρύτερα, οι εγκάρδιες σχέσεις ανάμεσα στους δύο λαούς, εγγυώνται ότι Ελλάδα και Ισραήλ μπορεί να διαδραματίζουν από κοινού έναν ρόλο σταθεροποιητικό στην περιοχή. Η δημοκρατική σύσταση του Κράτους του Ισραήλ εξασφαλίζει σχετικά ευκρινείς και ειλικρινείς σχέσεις. Αντίθετα, στην υπόλοιπη ευρύτερη περιοχή γεωπολιτικών συμφερόντων της Αθήνας, η δημοκρατία δεν είναι ο κανόνας, ή τουλάχιστον η δημοκρατία όπως την αντιλαμβάνεται ένα σύστημα με τις σχεδόν μισού αιώνα αδιάλειπτης πολιτικής ομαλότητας, περγαμηνές. Αυτή η δημοκρατική αρχιτεκτονική δημιουργεί ορισμένες φυσικές συμπάθειες, αλλά στο πεδίο των γεωπολιτικών ισορροπιών, το πολίτευμα είναι δευτερεύουσας σημασίας. Διαφορετικά, τα ανοίγματα της Αθήνας το τελευταίο χρονικό διάστημα προς την Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική θα ήταν αδιανόητα. Ωστόσο υπάρχουν ακόμα ορισμένα ζητήματα.

Στη Λιβύη αργά αλλά σταθερά δημιουργούνται δύο στρατόπεδα: από τη μια πλευρά η Τουρκία και από την άλλη η Αίγυπτος, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ρωσία. Η Τουρκία επιχειρεί σε αυτό το παιχνίδι να προσεταιριστεί το ΝΑΤΟ, το οποίο πάντα βλέπει μέσα από το αντιρωσικό πρίσμα. Η Γαλλία βλέπει την προώθηση της Τουρκίας στη Λιβύη ως απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ενώ η Ιταλία προσπαθεί να ισορροπήσει δίχως να είναι πάντα επιτυχής. Η Γερμανία έχει μεν ένα όραμα για την περιοχή, ωστόσο η αδυναμία της να έχει καθοριστική βαρύτητα στις διαπραγματεύσεις την καθιστά στην καλύτερη περίπτωση, ως μεσάζοντα. Υπό φυσιολογικές συνθήκες η Ελλάδα θα ήταν ράθυμη, στην καλύτερη περίπτωση σε μια προσπάθεια να ξαναχτίσει κάποιες επιχειρηματικές «γέφυρες» με τη Λιβύη.

Διαβάστε επίσης:  Κορωνοϊός: Εκτοξεύθηκαν τα κρούσματα – 110 μέσα σε μία μέρα

Η «βόμβα» του τουρκολιβυκού Μνημονίου, η οποία ήταν μια απόμακρη φαντασίωση ακόμα και για τους Τούρκους, μέχρι τη στιγμή που ο πολιορκούμενος Σάρατζ άρχισε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του, ανάγκασε την Αθήνα από τον περασμένο Δεκέμβριο στην ανάγκη να ανακαλύψει ξανά την έννοια της επιθετικής διπλωματίας. Στην προσπάθειά της να ακυρώσει τις αρνητικές επιπτώσεις του τουρκολιβυκού μνημονίου η Αθήνα θα βρεθεί πολλές φορές απέναντι σε πολλούς συνομιλητές που θα θελήσουν να αποφύγουν να πάρουν θέση. Θα πρέπει να πιεστούν και να αντιληφθούν ότι οι σχέσεις με την Ελλάδα δεν είναι δωρεάν.

Αναλόγως, η Αθήνα πρέπει να κινηθεί και προς την Άγκυρα, με σκοπό την ακύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου και την εξεύρεση νέων ισορροπιών. Έχει έρθει η ώρα για την Ελλάδα να αρχίσει να κινείται περιφερειακά και δεν υπάρχουν δοκιμασμένες συνταγές για το πως πετυχαίνει αυτό. Είμαστε στην Ε.Ε., την Ευρωζώνη, στο ΝΑΤΟ, αυτή η πραγματικότητα δεν αλλάζει. Δυστυχώς, όμως, δεν αλλάζει ούτε η γεωγραφία.

kathimerini.gr