14 Μαρτίου 1957. Τα μεσάνυχτα, στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης οδηγείται στην αγχόνη από τις βρετανικές αποικιακές Αρχές. Είναι μόλις δεκαεννέα ετών και υπήρξε από τις πιο φωτεινές μορφές του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ ενάντια στη βρετανική κυριαρχία στην Κύπρο
Λίγους μήνες νωρίτερα στις 18 Δεκεμβρίου 1956, ο Ευαγόρας συλλαμβάνεται από βρετανική περίπολο μεταφέροντας ένα οπλοπολυβόλο Bren.
Η κατηγορία ήταν “κατοχή και μεταφορά οπλισμού”, έγκλημα που επισύρει τη θανατική ποινή σύμφωνα με τους έκτακτους νόμους του Κυβερνήτη Χάρντινγκ.
Όταν ο δικαστής Σω (Shaw) τον ρώτησε αν έχει κάτι να πει, ο Παλληκαρίδης απάντησε με μια φράση που έμεινε στην ιστορία:
“Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο.”
Έλληνες βουλευτές, η Βουλή των Λόρδων, ακόμη και ο Αμερικανός γερουσιαστής Τζον Κένεντι ζήτησαν απονομή χάριτος. Οι Βρετανοί όμως ήθελαν να δώσουν ένα σκληρό μάθημα.
Καθώς βαδίζει προς το τέλος, τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο, μετατρέποντας την ύστατη στιγμή του σε πράξη αξιοπρέπειας και αντίστασης. Δύο λεπτά αργότερα, η καταπακτή ανοίγει και ο νεαρός αγωνιστής περνά στην αιωνιότητα.












