26 Απριλίου 1877. Κατά τις συστηματικές ανασκαφές Γερμανών αρχαιολόγων στην Αρχαία Ολυμπία, έρχεται στο φως ένα από τα αριστουργήματα της κλασικής γλυπτικής, ο Ερμής του Πραξιτέλη. Το άγαλμα βρέθηκε ακριβώς εκεί που τον είχε περιγράψει ο περιηγητής Παυσανίας τον 2ο αιώνα μ.Χ.: μέσα στον ναό της Ήρας.
Η λάσπη και τα χώματα από τις πλημμύρες του Αλφειού, που για αιώνες κάλυπταν το ιερό, λειτούργησαν ως ένα προστατευτικό «κουκούλι» για το άγαλμα.
Το έργο αποδίδεται στον Πραξιτέλη (4ος αι. π.Χ.) και απεικονίζει τον θεό Ερμή να κρατά τον μικρό Διόνυσο.
Το σώμα του Ερμή σχηματίζει ένα κομψό S, καθώς το βάρος πέφτει στο ένα πόδι (contrapposto), προσφέροντας μια αίσθηση ραθυμίας και φυσικότητας που δεν υπήρχε πριν.
Ο Ερμής δεν κοιτάζει τον θεατή, αλλά κοιτάζει με τρυφερότητα τον μικρό Διόνυσο, δημιουργώντας μια πρωτόγνωρη ψυχολογική σύνδεση μεταξύ των μορφών.
Το μάρμαρο φαίνεται σαν δέρμα, χάρη στην απαλή διαβάθμιση του φωτός πάνω στις επιφάνειες.
Η ανακάλυψη αποτέλεσε κορυφαίο γεγονός για την αρχαιολογία του 19ου αιώνα και ενίσχυσε το διεθνές ενδιαφέρον για την ελληνική κλασική τέχνη.












