4 Μαΐου 1955. Κορυφώνεται η εκκλησιαστική και δημόσια αντιπαράθεση γύρω από το έργο του Νίκου Καζαντζάκη, με αφορμή το μυθιστόρημά του «Ο Τελευταίος Πειρασμός». Το βιβλίο, που πραγματεύεται με τολμηρό και υπαρξιακό τρόπο τη μορφή του Χριστού, προκαλεί έντονες αντιδράσεις εκκλησιαστικών κύκλων, οι οποίοι το θεωρούν βλάσφημο.
Τι ήταν αυτό που εξόργισε τόσο την Εκκλησία; Δεν ήταν η άρνηση του Χριστού, αλλά η ανθρωποποίηση του. Ο Καζαντζάκης περιέγραψε έναν Χριστό που παλεύει με τις ανθρώπινες αδυναμίες, τον φόβο, την επιθυμία και την αμφιβολία.
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος εξετάζει το ενδεχόμενο αφορισμού του συγγραφέα, ενώ το έργο του καταδικάζεται επίσημα και από το Βατικανό, το οποίο το εντάσσει στον Index Librorum Prohibitorum (Ευρετήριο Απαγορευμένων Βιβλίων). Αν και ο αφορισμός δεν πραγματοποιήθηκε τελικά, η υπόθεση ανέδειξε τη βαθιά σύγκρουση ανάμεσα στη λογοτεχνική ελευθερία και στη θρησκευτική ορθοδοξία της εποχής.
Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι η προσπάθεια φίμωσης του Καζαντζάκη λειτούργησε ως η καλύτερη «διαφημιστική καμπάνια» για το έργο του διεθνώς, επιβεβαιώνοντας ότι η λογοτεχνία συχνά δοκιμάζει τα όρια της κοινωνίας μέσα στην οποία γεννιέται.












