Νέα επιστημονική ανασκόπηση επαναφέρει στο προσκήνιο τις ανησυχίες για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του ατμίσματος στην υγεία. Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα, τα ηλεκτρονικά τσιγάρα ενδέχεται να συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου, κυρίως στο στόμα και στους πνεύμονες, αν και οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά ερευνητικά κενά.
Η μελέτη βασίστηκε σε δεκάδες έρευνες που δημοσιεύθηκαν τα τελευταία χρόνια και εξετάζουν τόσο βιολογικούς δείκτες σε χρήστες ηλεκτρονικών τσιγάρων όσο και εργαστηριακά δεδομένα. Οι επιστήμονες του ΕΚΠΑ Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Αλεξάνδρα Σταυροπούλου και Θάνος Δημόπουλος τονίζουν ότι το άτμισμα είναι σχετικά νέο φαινόμενο και δεν υπάρχουν ακόμη μακροχρόνιες μελέτες που να αποτυπώνουν το πραγματικό φορτίο καρκίνου στον πληθυσμό.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι χρήστες ηλεκτρονικών τσιγάρων εκτίθενται σε χημικές ουσίες που θεωρούνται δυνητικά καρκινογόνες, όπως ακρυλαμίδιο, βαρέα μέταλλα και πολυκυκλικοί υδρογονάνθρακες. Παρότι τα επίπεδα έκθεσης φαίνεται να είναι χαμηλότερα σε σχέση με τους καπνιστές, εντοπίζονται ενδείξεις για βλάβες στο DNA, οξειδωτικό στρες και χρόνια φλεγμονή.
Την ίδια ώρα, οι επιστήμονες υπενθυμίζουν ότι κανένα ηλεκτρονικό τσιγάρο δεν έχει εγκριθεί ως επίσημο θεραπευτικό μέσο διακοπής καπνίσματος, ενώ παραμένουν οι ανησυχίες για τη χρήση τους από εφήβους.
Το βασικό συμπέρασμα της ανασκόπησης είναι ότι το άτμισμα δεν μπορεί να θεωρείται ακίνδυνο. Αν και εκτιμάται πως είναι λιγότερο βλαβερό από το συμβατικό κάπνισμα, παραμένει άγνωστο πόσο ασφαλέστερο είναι πραγματικά και ποιες θα είναι οι συνέπειες μετά από δεκαετίες χρήσης.











