Η ελληνική ιστορία, από την αρχαιότητα ακόμα, διδάσκει τη σημασία της γεωπολιτικής ισχύος, ιδιαίτερα σε μια τόσο κρίσιμη «γειτονιά», όπως αυτή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα το αφηγείται ο Ηρόδοτος, όταν η Αθήνα αποφάσισε να στείλει στόλο για να στηρίξει τις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας κατά την Ιωνική Επανάσταση.
Γράφει ο Δρ Δημήτριος Γκίκας, Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας

Οι πόλεις της Ιωνίας είχαν εξεγερθεί εναντίον της πανίσχυρης Περσικής Αυτοκρατορίας και ζήτησαν βοήθεια από τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο. Η Αθήνα ανταποκρίθηκε στέλνοντας είκοσι τριήρεις, ενώ πέντε ακόμη έστειλε η Ερέτρια. Δεν επρόκειτο για κάποια τεράστια στρατιωτική δύναμη. Ήταν όμως μια πράξη με ισχυρό γεωπολιτικό συμβολισμό.
Η Αθήνα έδειχνε ότι δεν θα παρέμενε αδιάφορη, όταν ελληνικές πόλεις ζητούσαν βοήθεια. Επιπλέον, η αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων αποτελούσε ξεκάθαρη δήλωση ότι διεκδικούσε ενεργό ρόλο στα μεγάλα γεγονότα της εποχής. Ήταν ταυτόχρονα πράξη αλληλεγγύης, επίδειξη ισχύος αλλά και μήνυμα προς μια μεγάλη αυτοκρατορία ότι οι Έλληνες μπορούσαν να αντιδράσουν και, το κυριότερο, ότι είχαν τη βούληση να το κάνουν.
Ωστόσο ο ίδιος ο Ηρόδοτος προσθέτει μια φράση που αξίζει να θυμόμαστε: τα πλοία αυτά «έγιναν η αρχή μεγάλων συμφορών για Έλληνες και βαρβάρους». Η ενέργεια των Αθηναίων, η οποία μάλιστα έφτασε μέχρι και την πυρπόληση των Σάρδεων, που τότε ήταν η πρωτεύουσα της Περσικής Αυτοκρατορίας, προκάλεσε μια γενίκευση σύρραξης μεταξύ Ελλήνων και Περσών, η οποία κορυφώθηκε με τους δύο Περσικούς Πολέμους. Με άλλα λόγια, μια περιορισμένη αποστολή δύναμης δεν παρέμεινε στο επίπεδο μιας μικρής κλίμακας επέμβαση, αλλά λειτούργησε ως σπινθήρας ευρύτερης γεωστρατηγικής σύγκρουσης.
Αυτό το δίδαγμα της ιστορίας φωτίζει με ενδιαφέρον τρόπο και τις σύγχρονες εξελίξεις.
Η πρόσφατη αποστολή ελληνικών ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων στην Κύπρο εντάσσεται σε αυτήν ακριβώς το διαχρονικό γεωστρατηγικό σκεπτικό. Πρόκειται για μια κίνηση που επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα παραμένει παρούσα και ενεργή στην Ανατολική Μεσόγειο, ότι στηρίζει την ασφάλεια των ομοεθνών της Κυπρίων, τους οποίους δεν «ξεχνά» και ότι είναι διατεθειμένη να αναλάβει ευθύνη για τη σταθερότητα της περιοχής.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η στρατιωτική παρουσία έχει πρωτίστως πολιτική αξία. Στέλνει ένα μήνυμα προς συμμάχους και αντιπάλους ότι μια χώρα δεν είναι απλώς θεατής των εξελίξεων αλλά παράγοντάς τους. Ενισχύει την αποτροπή, σταθεροποιεί ισορροπίες και δείχνει ότι υπάρχουν κράτη που είναι πρόθυμα να υπερασπιστούν τις αρχές και τα συμφέροντά τους.
Από αυτή την άποψη, η πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης αξίζει αναγνώριση. Σε μια περίοδο όπου η Ανατολική Μεσόγειος είναι γεμάτη εντάσεις και αβεβαιότητα, η Ελλάδα επιλέγει να λειτουργήσει ως ενεργός δρων σταθερότητας και ασφάλειας, όχι ως παθητικός παρατηρητής, όπως συχνά λειτουργούσε τις τελευταίες δεκαετίες.
Ταυτόχρονα όμως, η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε αποκάλυψε δύο ακραίες — και μάλλον επιφανειακές — αντιδράσεις.
Η πρώτη κατηγορία επικριτών χαρακτηρίζει την κίνηση «υποκριτική». Σύμφωνα με αυτή τη λογική, κάθε στρατιωτική παρουσία θεωρείται αυτομάτως εργαλείο γεωπολιτικών παιχνιδιών χωρίς πραγματική αξία. Η κυβέρνηση εγκαλείται ότι προβαίνει σε μια τέτοια κίνηση, όχι για να υπερασπιστεί τα δικά της συμφέροντα, αλλά τα συμφέροντα άλλων μεγάλων «παιχτών» της περιοχής – εν προκειμένω των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Πρόκειται για μια οπτική που συχνά αγνοεί μια βασική πραγματικότητα της διεθνούς πολιτικής: τα κράτη που θέλουν να διατηρήσουν επιρροή και αξιοπιστία οφείλουν να δείχνουν ότι είναι παρόντα, όχι απλώς όταν τα ίδια θεωρούν την κατάσταση κρίσιμη, αλλά και όταν οι περιστάσεις το επιτρέπουν. Αυτή τη στιγμή μάς παρουσιάζεται μια εκπληκτική ευκαιρία να αναδειχθούμε ως ένας ισχυρός παράγων της περιοχής και μάλιστα, ένας παράγων που προτιμά να δρα, παρά να πολυλογεί. Επίσης, η πλήρης απουσία από κρίσιμες στιγμές δεν είναι ένδειξη ηθικής ανωτερότητας, ούτε, βέβαια έχει να κάνει με τη δήθεν «αλληλεγγύη» λαών. Συχνά είναι απλώς ένδειξη αδυναμίας.
Η δεύτερη κατηγορία βλέπει την αποστολή δυνάμεων ως ένδειξη «μιλιταρισμού». Τέτοιες κατηγορίες αγνοούν επίσης την ιστορική παράδοση των Ελλήνων. Ποτέ ως λαός δεν υπήρξαμε πολεμοκάπηλος ή πολεμοχαρής. Υπήρξαμε, όμως πολεμικός λαός, υπό την έννοια ότι πάντοτε επιλέγαμε να πολεμήσουμε για τις αξίες και τα ιδανικά μας, την ελευθερία μας, την αξιοπρέπειά μας. Υπ’ αυτή την οπτική, η διάκριση ανάμεσα στην προβολή ισχύος για αποτροπή και στην επιθετική στρατιωτική πολιτική είναι ουσιώδης. Η παρουσία φρεγατών και αεροσκαφών σε μια περιοχή δεν σημαίνει απαραίτητα πολεμική πρόθεση. Συχνά σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: προσπάθεια να αποφευχθεί η σύγκρουση μέσω ισχυρού μηνύματος αποτροπής.
Η ιστορία δείχνει ότι η πραγματικότητα βρίσκεται συνήθως ανάμεσα σε αυτές τις δύο υπερβολικές επικρίσεις.
Όπως στην περίπτωση της Ιωνικής Επανάστασης, έτσι και σήμερα η αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων μπορεί να είναι ταυτόχρονα αναγκαία, αλλά και δυνητικά επικίνδυνη. Μπορεί να ενισχύσει τη σταθερότητα, αλλά μπορεί και να προκαλέσει αντιδράσεις σε ένα ήδη περίπλοκο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Αυτό δεν αποτελεί λόγο αδράνειας. Αποτελεί λόγο στρατηγικής σοβαρότητας και πολιτικής σύνεσης.
Η προβολή ισχύος είναι συχνά απαραίτητη για να διατηρηθούν ισορροπίες και να προστατευθούν σύμμαχοι. Όμως η ιστορία – από τις τριήρεις της αρχαίας Αθήνας μέχρι τις σύγχρονες φρεγάτες της Ανατολικής Μεσογείου – μας θυμίζει ότι τέτοιες αποφάσεις πρέπει πάντα να συνοδεύονται από διορατικότητα, διπλωματική ευελιξία και επίγνωση των κινδύνων.
Η Ελλάδα, σ’ αυτή τη συγκυρία, αναδεικνύεται ως ισχυρή περιφερειακή δύναμη και μάλιστα εμπράκτως. Η ιστορική ευκαιρία μας παρουσιάστηκε. Το πώς εμείς θα την αξιοποιήσουμε είναι δική μας ευθύνη…











