Εκθεση Στουρνάρα: Δεν έχουμε επιστρέψει στην κανονικότητα -Μεταρρυθμίσεις για να βγούμε στις αγορές

15
Η απάντηση του Γ. Στουρνάρα σε πρωτοσέλιδο για την υπόθεση Novartis

Μηνύματα για υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων αλλά και αλλαγή πλεύσης από τη λογική των υπερπλεονασμάτων που βλάπτουν την οικονομία, στέλνει με την Ενδιάμεση Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιάννης Στουρνάρας.

Σύμφωνα με την Έκθεση, οι κυριότερες προκλήσεις είναι το υψηλό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, του οποίου η βιωσιμότητα έχει διασφαλιστεί μεσοπρόθεσμα, το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων, το μεγάλο ποσοστό ανεργίας, η μετανάστευση εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού κατά τη διάρκεια της κρίσης, το μεγάλο επενδυτικό κενό και το σχετικά υψηλό ποσοστό φτώχειας στον πληθυσμό.

 

Η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα εξακολουθεί να είναι πολύ χαμηλή σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες και έχει μάλιστα υποχωρήσει τα τελευταία δύο χρόνια.

Τα βασικά σημεία της Έκθεσης είναι τα εξής:

Η διατηρήσιμη επιστροφή του Ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς αγορές κρατικών ομολόγων θα είναι η ασφαλέστερη ένδειξη ότι η οικονομία έχει υπερβεί την κρίση.
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων εξακολουθούν να βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα, λόγω αναταράξεων στις διεθνείς αγορές, ιδιαίτερα στην Ιταλία, αλλά και λόγω της ανησυχίας σχετικά με το ενδεχόμενο ανατροπής μεταρρυθμίσεων που είχαν συμφωνηθεί στο πλαίσιο του προγράμματος. Ως αποτέλεσμα, οι ελληνικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος δανεισμού, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ελληνική οικονομία δεν έχει ακόμη επιστρέψει στην κανονικότητα.
Η υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που στηρίζουν τη δυνητική ανάπτυξη αποτελεί προϋπόθεση για να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών και να καταστεί δυνατή η επιστροφή του Ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς αγορές με βιώσιμους όρους.
Θα πρέπει να διαφυλαχθούν τα έως τώρα επιτεύγματα των μεταρρυθμίσεων, να αποφευχθεί η ανατροπή συμφωνημένων πολιτικών, η οποία δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους για την οικονομία ενώ παράλληλα υπονομεύει την αξιοπιστία της ασκούμενης πολιτικής, και, τέλος, να αντιμετωπιστούν δικαστικές αποφάσεις που ανατρέπουν ψηφισμένα από τη Βουλή μέτρα και θέτουν σε κίνδυνο τους δημοσιονομικούς στόχους μεσοπρόθεσμα, αλλά και τη βιωσιμότητα του χρέους.
Η δημοσιονομική υπεραπόδοση επιφέρει αρνητική επίδραση στην πραγματική οικονομία, καθώς βασίζεται στην αυξημένη φορολογική επιβάρυνση και στην περικοπή των επενδυτικών δαπανών, με αποτέλεσμα την αποθάρρυνση των επενδύσεων, την αποδυνάμωση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ, αλλά και την αύξηση της παραοικονομίας.
Το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών παραμένει εξαιρετικά υψηλό. Η ετήσια μεταβολή της τραπεζικής χρηματοδότησης προς το μη χρηματοπιστωτικό ιδιωτικό τομέα παραμένει αρνητική και το μέσο επιτόκιο των τραπεζικών χορηγήσεων προς τον τομέα αυτό αυξήθηκε ελαφρά τους τέσσερις τελευταίους μήνες.
Κίνδυνοι μπορεί να προκύψουν από ενδεχόμενη επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας στο πλαίσιο της αύξησης του εμπορικού προστατευτισμού και αναταράξεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές, ιδιαίτερα στην Ιταλία, και στις αγορές συναλλάγματος διεθνώς, καθώς και από μια αποτυχία έγκρισης από το βρετανικό κοινοβούλιο της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ.
Η μη εφαρμογή των θεσμοθετημένων περικοπών στις συντάξεις το 2019, σε συνδυασμό με την εφαρμογή των αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας οι οποίες έκριναν αντισυνταγματικές προγενέστερες περικοπές στις συντάξεις, δρουν επιβαρυντικά στην ανάλυση βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, καθώς οδηγούν σε προς τα άνω αναθεώρηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης, και αποτελούν το σημαντικότερο δημοσιονομικό κίνδυνο μεσοπρόθεσμα.

Διαβάστε επίσης:  Οι πέντε «παγίδες» στις χωριστές δηλώσεις συζύγων