Η γεωπολιτική σκακιέρα στη Μέση Ανατολή θυμίζει πλέον «ωρολογιακή βόμβα», με τη στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ να κινείται ανάμεσα στον απόλυτο εκβιασμό και την ανάγκη για μια αποφασιστική νίκη χωρίς «τέλμα».

Η «έκπληξη» που εξέφρασε ο Στιβ Γουίτκοφ στο Fox News για τη μη συνθηκολόγηση του Ιράν, είναι το προοίμιο μιας κλιμάκωσης. Ο Τραμπ φαίνεται να εγκαταλείπει την παραδοσιακή διπλωματία για χάρη μιας «διπλωματίας των κανονιοφόρων». Η επιδίωξη μιας σύντομης, χειρουργικής εκστρατείας που θα διαλύσει τις πυραυλικές υποδομές και το Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης, αποτελεί την προσπάθεια της Ουάσινγκτον να διορθώσει το πλήγμα που δέχτηκε η δυτική αποτρεπτική ισχύς κατά τον πόλεμο 12 ημερών του 2025.
Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, παίζει το τελευταίο της χαρτί, το «δικαίωμα στα πυρηνικά». Οι δηλώσεις του Αμπάς Αραγτσί στο CBS αποτελούν μια σαφή προειδοποίηση ότι η ηγεσία του Ιράν δεν πρόκειται να παραδοθεί αμαχητί, γνωρίζοντας πως η πυρηνική ικανότητα είναι η μοναδική της εγγύηση επιβίωσης. Ωστόσο, η αποκάλυψη των New York Times για την προετοιμασία της διαδοχής του Χαμενεΐ υποδηλώνει ότι το καθεστώς τρίζει εκ των έσω.
Η Γενεύη αποτελεί, ενδεχομένως, το τελευταίο ανάχωμα. Η συνάντηση και η διαπραγμάτευση της 26ης Φεβρουαρίου στη Γενεύη είναι ένα διπλωματικό τελεσίγραφο.
Αν το Ιράν δεν υποχωρήσει στις απαιτήσεις για τον πυρηνικό του έλεγχο, ο Τραμπ θα αισθανθεί «νομιμοποιημένος» να προχωρήσει στο σενάριο της άμεσης επίθεσης.
Ο κίνδυνος, ωστόσο, παραμένει γιατί «περιορισμένη σύγκρουση» μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε περιφερειακή ανάφλεξη, καθώς η Τεχεράνη έχει αποδείξει πως η απάντησή της στα πλήγματα είναι πάντα ασύμμετρη.
Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Ουάσινγκτον δεν επιζητά πλέον τη συνύπαρξη, αλλά την πλήρη αποδόμηση της περιφερειακής ισχύος του Ιράν. Η συνάντηση στη Γενεύη θα δείξει αν θα πάμε σε μια επώδυνη ειρήνη ή σε έναν προαναγγελθέντα πόλεμο.
Σε τι θέση βρίσκονται οι δύο πλευρές
Εν ολίγοις, το Ιράν εισέρχεται στις διαπραγματεύσεις της Γενεύης (26 Φεβρουαρίου) με μια ηγεσία που είναι διχασμένη και υπό πολιορκία. Η στρατηγική του καθεστώτος φαίνεται να είναι η επίδειξη ισχύος στο εξωτερικό για να καλύψει την εσωτερική αστάθεια, ενώ η κοινωνία παραμένει σε αναβρασμό, περιμένοντας τη «σπίθα» που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήρη ανατροπή.
Επίσης, ο Ντόναλντ Τραμπ επιθυμεί φθηνή βενζίνη (κοντά στα 50 δολ. το βαρέλι) για την αμερικανική εσωτερική αγορά. Μια στρατιωτική εμπλοκή θα έφερνε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, εκτός εάν επιτευχθεί μια ταχύτατη «συνθηκολόγηση» που θα επέτρεπε την επιστροφή του ιρανικού πετρελαίου στις διεθνείς αγορές χωρίς κυρώσεις, γεγονός που θα μπορούσε να ρίξει τις τιμές ακόμη και κάτω από τα 60 δολ.











