Άλλη μία μέρα εξ αποστάσεως εργασίας, ελέω καιρού, θύμισε στους εκπαιδευτικούς ότι η χρήση ψηφιακών μέσων στην εκπαιδευτική διαδικασία απαιτεί άλλη προσέγγιση κι άλλο χειρισμό. Μαθητές, κρυμμένοι πίσω από την ψηφιακή «ανωνυμία» μπαίνουν στις ψηφιακές αίθουσες, διακόπτουν το μάθημα και δημιουργούν ένα είδος ψηφιακού «μπάχαλου». Πρόκειται για γνωστή πλάκα – μαθητής μου το χαρακτήρισε, πολύ επιτυχημένα, ψηφιακό «χαβαλέ» – που έχει ιδιαίτερη πέραση στην τηλεκπαίδευση. Πόσο, όμως αβλαβές και αθώο είναι αυτό το «παιχνίδι» του ψηφιακού μαθήματος;
Γράφει ο Δρ Δημήτριος Γκίκας, Φιλόλογος, Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας

Στην ψηφιακή μας εποχή, η ανωνυμία παρουσιάστηκε εξ αρχής ως ασπίδα, ένας τρόπος, δηλαδή να εκφράζονται ιδέες χωρίς φόβο, να ακούγονται – συνάμα και να προστατεύονται – φωνές που αλλιώς θα σιωπούσαν. Στην πράξη, όμως, για ορισμένους μετατράπηκε σε όπλο. Οι ανώνυμες απόψεις έφτασαν να γίνουν απειλές, τα δηλητηριώδη σχόλια και οι εκφοβιστικές παρεμβάσεις έχουν γίνει μια θλιβερά συνηθισμένη πρακτική, ιδιαίτερα στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ). Και το κόστος αυτής της «συνήθειας» δεν είναι αφηρημένο: το πληρώνουν κυρίως οι νέοι άνθρωποι.
Η ανωνυμία προσφέρει μια ψευδαίσθηση ατιμωρησίας. Πίσω από ένα ψευδώνυμο, κάποιοι αισθάνονται ότι μπορούν να κάνουν ή να πουν πράγματα χωρίς συνέπειες. Λέξεις που δεν θα τολμούσαν να ξεστομίσουν ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο, εκτοξεύονται με ένα κλικ. Η απειλή, ο εξευτελισμός, η χλεύη βαφτίζονται «άποψη», ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ωμή βία λόγου. Κι όπως κάθε μορφή βίας, έτσι κι αυτή αφήνει σημάδια.
Χρόνια πριν, χρησιμοποιώντας την ανωνυμία (ψευδώνυμο) των ΜΚΔ, κάποιος/α θέλησε να μου επιτεθεί και να με απειλήσει. Οι «απειλές» του/της τράβηξαν την προσοχή μαθητή μου, ο οποίος με ρώτησε ευθέως γιατί δεν έπραξα το ίδιο – η αναπαραγωγή τέτοιων πρακτικών είναι πολύ εύκολη και, δυστυχώς, φαίνεται ιδιαίτερα επιτυχημένος τρόπος να «βουλώσεις» το στόμα κάποιου. Χρειάστηκε να του εξηγήσω τη βαθιά παθογένεια που κρύβουν τέτοιες πρακτικές και αφιέρωσα ουκ ολίγο χρόνο να τον πείσω να μην μπει ποτέ σε διαδικασία μίμησης τέτοιων μεθόδων.
Οι νέοι εκτίθενται καθημερινά σε αυτό το τοξικό περιβάλλον. Μεγαλώνουν σε πλατφόρμες όπου η επιθετικότητα συχνά ανταμείβεται με προσοχή, likes και αναπαραγωγή. Βλέπουν ότι ο πιο θορυβώδης, ο πιο σκληρός, ο πιο προσβλητικός «κερδίζει» χώρο. Έτσι, σταδιακά, ο εκφοβισμός κανονικοποιείται. Η απειλή γίνεται εργαλείο έκφρασης, σχεδόν παιχνίδι. Κάποιοι νέοι εθίζονται σε αυτή τη συμπεριφορά, όχι γιατί είναι εκ φύσεως κακόβουλοι, αλλά γιατί μαθαίνουν ότι έτσι λειτουργεί η «ομάδα», το πλήθος και επιτυγχάνεται ο φόβος της άλλης πλευράς.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο διαδίκτυο. Οι πρακτικές αυτές διαμορφώνουν στάσεις. Όταν η καθύβριση και η απειλή γίνεται αποδεκτή ως «μέρος του παιχνιδιού», η ενσυναίσθηση υποχωρεί. Ο άλλος παύει να είναι άνθρωπος και γίνεται στόχος. Αυτό έχει συνέπειες στην ψυχική υγεία, στην αυτοεκτίμηση, στην ίδια τη δημοκρατική κουλτούρα του διαλόγου. Μια κοινωνία που συνηθίζει στην ύπαρξη απειλών, μαθαίνει σιγά σιγά να φοβάται και να σωπαίνει.
Έτσι, οι άνθρωποι εθίζονται όχι να διαλέγονται, αλλά να καθυβρίζουν την αντίθετη πλευρά, να απειλούν – άμεσα ή έμμεσα, ανώνυμα ή και επώνυμα, αν αισθάνονται ότι οι ίδιοι βρίσκονται ασφαλείς (πίσω από ομάδα, από ιδεολογία, υπό την «προστασία» της δημοσιότητας ή της δημοφιλίας).
Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τους θύτες. Βαραίνει και όσους παρακολουθούν αμέτοχοι, όσους γελούν ή συναινούν, όσους κάνουν scroll. Βαραίνει τις πλατφόρμες που καθυστερούν να παρέμβουν, αλλά και το εκπαιδευτικό σύστημα που συχνά αποφεύγει να μιλήσει ανοιχτά για την ψηφιακή ηθική.
Ξεκίνησα, αναφερόμενος στον «ψηφιακό χαβαλέ» που προκαλείται από ορισμένους μαθητές σε περιπτώσεις τηλεκπαίδευσης. Παρότι εν τέλει αυτός ο «χαβαλές» δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια «πλακίτσα», ο εθισμός σ’ αυτήν δημιουργεί πολλά περισσότερα. Η έκφραση αντίθετων απόψεων δεν είναι κακό. Κακό είναι η προσπάθεια να φιμώσουμε τις αντίθετες απόψεις, με απειλές και ύβρεις. Έτσι και η ανωνυμία δεν είναι από μόνη της κακό. Κακό είναι να τη χρησιμοποιούμε για να πληγώνουμε ή για να γίνουμε «αρεστοί». Αν θέλουμε οι νέοι να μη συνηθίσουν την απειλή ως φυσιολογική γλώσσα, οφείλουμε να δώσουμε το αντίθετο παράδειγμα: λόγο υπεύθυνο, κριτικό, συνάμα όμως ανθρώπινο. Διότι ο πολιτισμός μιας κοινωνίας δεν κρίνεται – δεν πρέπει να κρίνεται – από το πόσο δυνατά φωνάζει, αλλά από το πώς επιλέγει να μιλά…











