Σε μια ιδιαίτερα σοβαρή κίνηση υποβάθμισης της λαϊκής διάστασης της θρησκευτικής λατρείας, ο Λατίνος Πατριάρχης Ιεροσολύμων Pierbattista Pizzaballa ανακοίνωσε ότι οι πασχαλινές λειτουργίες θα τελεστούν «κεκλεισμένων των θυρών» ή με αυστηρά περιορισμένο αριθμό πιστών, εξαιτίας των συνθηκών ασφαλείας στην περιοχή, λόγω πολέμου. Η διατύπωση αυτή, αν και αποτυπώνει μια έκτακτη πραγματικότητα, φέρνει στο προσκήνιο ένα βαθύτερο ερώτημα: ποια η αξία της θρησκευτικής λατρείας όταν η παρουσία του λαού περιορίζεται ή απουσιάζει;
Γράφει ο Δρ Δημήτριος Γκίκας, Φιλόλογος και Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας

Η φράση «η λατρεία μπορεί να γίνει και χωρίς πιστούς» ακούγεται, σε πρώτη ανάγνωση, ως μια πρακτική προσαρμογή σε έκτακτες συνθήκες: πολεμικές συγκρούσεις, μέτρα ασφαλείας, υγειονομικές κρίσεις. Ωστόσο, πίσω απ’ αυτή τη διατύπωση αναδύεται ένα βαθύτερο ζήτημα που αγγίζει την ίδια τη φύση της χριστιανικής λατρείας και, ειδικότερα, την έννοια της «εκκλησίας».
Στη σύγχρονη εποχή, όπου η μετάδοση λειτουργιών μέσω τηλεόρασης ή διαδικτύου έχει καταστεί εύκολη και διαδεδομένη, ενισχύεται η αντίληψη ότι η συμμετοχή μπορεί να αντικατασταθεί από την παρακολούθηση. Η λειτουργία, μας λένε, «τελείται κανονικά», ακόμη κι αν η συμμετοχή απαγορεύεται ολοκληρωτικά ή εν μέρει. Το Πάσχα, για παράδειγμα, μπορεί να εορταστεί «συμβολικά», με περιορισμένο αριθμό παρευρισκομένων πιστών, ενώ οι υπόλοιποι παρακολουθούν από απόσταση, μέσω μιας οθόνης.
Όμως, αυτή η προσέγγιση μετατοπίζει τη σημασία της λατρείας από ένα γεγονός κοινότητας σε ένα γεγονός θέασης. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσιώδης ένσταση. Η λέξη «εκκλησία» δεν δηλώνει πρωτίστως το κτίριο, αλλά τη σύναξη. Είναι η συγκέντρωση των πιστών, το «σώμα» που συναθροίζεται, προσεύχεται, συμμετέχει και κοινωνεί. Δεν πρόκειται για κοινό που παρακολουθεί ένα τελετουργικό, αλλά για κοινότητα που το συνδιαμορφώνει.
Η πασχαλινή λειτουργία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της συλλογικής διάστασης. Το «Χριστός Ανέστη» δεν είναι μια απλή αναγγελία που ακούγεται από τον ιερέα προς τους παρευρισκομένους. Είναι μια ανταλλαγή, μια ζωντανή απάντηση του λαού, μια εμπειρία που αποκτά νόημα μέσα από τη συμμετοχή. Το φως που μεταδίδεται από κερί σε κερί δεν είναι απλώς συμβολικό, είναι πράξη κοινωνίας. Η απουσία του λαού δεν αφήνει απλώς κενό χώρο, αλλοιώνει τη φύση του ίδιου του γεγονότος. Ως εκ τούτου, πιθανή απουσία του Θείου Φωτός – ακούστηκε κι αυτό από τα χείλη της Ελληνικής Εκκλησίας – θα υποβαθμίσει ακόμα περισσότερο την τελετή σε απλό σκηνικό κι όχι σε συμμετοχή, μετατρέποντας τον λαό σε «θεατές» κι όχι σε «κοινωνία πιστών».
Λίγα χρόνια πριν, θυμόμαστε όλοι πώς η πανδημία χαρακτηρίστηκε περίσταση «έκτακτης ανάγκης» όπου η φυσική παρουσία στην τέλεση της θρησκευτικής λατρείας θεωρήθηκε δύσκολη ή επικίνδυνη. Μάλιστα, η ίδια η Εκκλησία εκλήθη, προσωρινώς κι εκτάκτως, να «δείξει ευελιξία και ποιμαντική ευθύνη» – όπερ και εγένετο… Όμως, τα πράγματα δείχνουν ότι «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού», καθώς είναι πια φανερή η απόπειρα κανονικοποίησης μιας αντίληψης που αποσυνδέει τη λατρεία από την κοινότητα. Αν η ιδέα ότι «η λατρεία μπορεί να γίνει και χωρίς πιστούς» παγιωθεί, τότε σταδιακά μεταβάλλεται και η ίδια η εμπειρία της πίστης.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς πρακτικό αλλά βαθιά θεολογικό και κοινωνικό. Η χριστιανική λατρεία δεν είναι ατομική υπόθεση, ούτε ιδιωτική εμπειρία που μπορεί να αναπαραχθεί πλήρως μέσω μιας οθόνης. Είναι πράξη κοινή, είναι γεγονός διανθρωπικής σχέσης, συμμετοχή σε ένα σώμα που συγκροτείται κάθε φορά εκ νέου μέσα από τη σύναξη.
Σε μια εποχή που ευνοεί την απομόνωση και την ψηφιακή διαμεσολάβηση, η υπενθύμιση αυτής της διάστασης γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη. Το Πάσχα δεν είναι μόνο μήνυμα. Είναι, πρωτίστως, βίωμα. Και το βίωμα αυτό προϋποθέτει παρουσία, όχι απλώς φυσική, αλλά ενεργή, συμμετοχική, εκκλησιαστική με την πλήρη έννοια της λέξης…











