Η Αθήνα δέχεται περισσότερη επιφανειακή ηλιακή ακτινοβολία

23
Η Αθήνα δέχεται περισσότερη επιφανειακή ηλιακή ακτινοβολία

Μεταβλητότητα εμφανίζει η επιφανειακή ηλιακή ακτινοβολία (ΕΗΑ) που έχει δεχθεί η Αθήνα από το 1900 μέχρι σήμερα.

Σε σχέση πάντως με τις δεκαετίες του ΄70 και του ΄80, η πρωτεύουσα της Ελλάδας δέχεται πια περισσότερη ακτινοβολία από τον Ήλιο, σύμφωνα με μια νέα μελέτη από ερευνητές του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών (ΕΑΑ) και άλλους επιστήμονες.

Μεταξύ του 1910 και των μέσων δεκαετίας του 1930, εκτιμάται ότι υπήρξε μια μείωση σχεδόν 9% στην ακτινοβολία, δηλαδή κατά μέσο όρο σχεδόν 3% ανά δεκαετία. Στη συνέχεια, έως τη δεκαετία του 1950, υπήρξε μία αύξηση της ηλιακής ακτινοβολίας γύρω στο 5% ανά δεκαετία.

Ακολούθησε έως το τέλος της δεκαετίας του 1980 μια περίοδος νέας μείωσης της ΕΗΑ με ρυθμό περίπου 2% ανά δεκαετία, ενώ μετά το 1990 και μέχρι την τρέχουσα δεκαετία η ακτινοβολία έχει πάρει πάλι τα πάνω της, αυξανόμενη με μέσο ρυθμό περίπου 1,5% ανά δεκαετία.

Οι δύο κύριοι παράγοντες που προκαλούν ηλιακή σκίαση και έτσι επηρεάζουν την ΕΗΑ, είναι η νεφοκάλυψη και τα αιωρούμενα σωματίδια της ατμόσφαιρας (το φορτίο των αερολυμάτων).

Επειδή, σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι αλλαγές στα σύννεφα πάνω από την Αθήνα είναι πολύ μικρές διαχρονικά από τη δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα (μέση μείωση της νεφοκάλυψης 0,4% ανά δεκαετία), οι αλλαγές από δεκαετία σε δεκαετία αποδίδονται κατά κύριο λόγο στο πόσο επιβαρυμένη με αερολύματα είναι η πόλη. Μετά τα μέτρα που έχουν ληφθεί τις τελευταίες δεκαετίες, η κατάσταση της ρύπανσης έχει βελτιωθεί και αυτό έχει θετική αντανάκλαση στο πόση ηλιακή ακτινοβολία φθάνει στην επιφάνεια της πρωτεύουσας.

Διαβάστε επίσης:  ΚΥΠΡΟΣ: Νέο ατύχημα σε στρατιωτική άσκηση με δύο τραυματίες

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Στέλιο Καζαντζή, ερευνητή του Ινστιτούτου Ερευνών Περιβάλλοντος του ΕΑΑ και του Φυσικού-Μετεωρολογικού Παρατηρητηρίου του Νταβός στην Ελβετία, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Atmospheric Chemistry and Physics» (Ατμοσφαιρική Χημεία και Φυσική) της Ευρωπαϊκής Ένωσης Γεωεπιστημών (EGU). Στην ερευνητική ομάδα συμμετείχαν επίσης οι ερευνητές του ΕΑΑ Νίκος Μιχαλόπουλος (δ/ντής του Ινστιτούτου Περιβάλλοντος), Χαράλαμπος Καμπεζίδης, Δήμητρα Φουντά, Βασίλης Ψυλόγλου και Φραγκίσκος Πιέρρος, ο Παναγιώτης Ράπτης του Παρατηρητηρίου του Νταβός, η Χαρίκλεια Μελέτη του Τμήματος Φυσικής του ΑΠΘ, ένας Γάλλος και ένας Ισπανός επιστήμονας.

Η μελέτη εκτιμά ότι η ΕΗΑ παρουσιάζει πολύ μικρές μεταβολές από το 1900 έως το 1953 (μόνο 0,02%). Κατά την περίοδο 1955-1980 παρατηρήθηκε μια μείωση της ηλιακής ακτινοβολίας κατά 2% ανά δεκαετία, που αντιστοιχεί στο κατώτατο όριο μείωσης σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές μελέτες μακροχρόνιας μέτρησης της ΕΗΑ.

Για την περίοδο 1980-2012 υπολογίσθηκε μια αύξηση 1,5% ανά δεκαετία, η οποία βρίσκεται επίσης στο κατώτατο όριο των αυξήσεων της ΕΗΑ που έχουν καταγραφεί σε ολόκληρη την Ευρώπη. Συγκρίνοντας δύο 30ετείς περιόδους (1954-1983 και 1983-2012), διαπιστώθηκε μια αύξηση της ΕΗΑ κατά 4,5%. Οι περισσότερες από τις παρατηρούμενες αλλαγές στην ΕΗΑ μετά το 1954 μπορούν να αποδοθούν κυρίως στις αλλαγές του φορτίου των αερολυμάτων.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ