Η εικόνα είναι ανατριχιαστική: σχολεία με λουκέτο, αίθουσες που αδειάζουν, παιδιά που δεν γεννήθηκαν ποτέ για να γεμίσουν τα θρανία. Περισσότερο από το 5% των σχολικών μονάδων έχει κλείσει, όχι μόνο σε ερημωμένα χωριά, αλλά ακόμη και στην Αττική. Η Ελλάδα του 21ου αιώνα αποκαλύπτει το πιο σκληρό της μυστικό: μια κοινωνία που γερνάει, μια Πολιτεία που παρακολουθεί, ένα μέλλον που συρρικνώνεται.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης παγιδεύονται σε μια επικίνδυνη αδράνεια. Οι εξαγγελίες είναι αποσπασματικές, οι πολιτικές σπασμωδικές, τα μέτρα αναλώνονται σε επικοινωνιακά «μπόνους» που δεν αλλάζουν τη ρίζα του προβλήματος. Όμως το δημογραφικό δεν είναι ούτε επικοινωνιακή άσκηση ούτε ζήτημα δευτερεύον. Είναι το απόλυτο εθνικό στοίχημα: χωρίς παιδιά, δεν υπάρχει Ελλάδα.
Η αντιπολίτευση δεν στέκεται στο ύψος των περιστάσεων. Ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε τα μικρότερα κόμματα καταθέτουν ένα πειστικό, εφαρμόσιμο σχέδιο. Η κοινωνία βλέπει, ακούει, αλλά δεν πείθεται. Γι’ αυτό και τα ποσοστά παραμένουν στάσιμα. Γιατί ο κόσμος καταλαβαίνει ότι λείπει η πολιτική βούληση.
Τα στοιχεία είναι αμείλικτα: οι γεννήσεις έπεσαν κάτω από τις 80.000 τον χρόνο, οι θάνατοι είναι σχεδόν διπλάσιοι, οι μαθητές της πρωτοβάθμιας μειώθηκαν κατά 111.000 σε μόλις επτά χρόνια. Οι Ελληνίδες γεννούν το πρώτο τους παιδί μετά τα 32, η γονιμότητα έχει πέσει στο 1,35 — ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Αυτή δεν είναι στατιστική. Είναι η βουβή καταδίκη ενός έθνους που αδειάζει.
Η κοινωνία οφείλει να μιλήσει πριν να είναι αργά. Να απαιτήσει από την Πολιτεία εθνική στρατηγική με βάθος δεκαετιών: στήριξη της νέας οικογένειας, ουσιαστικά κίνητρα για τα παιδιά, πολιτικές για εργασία και στέγη, σχολεία που δεν θα κλείνουν αλλά θα ανοίγουν.
Διαφορετικά, το σημερινό ρεπορτάζ θα γίνει αύριο μοιρολόι. Γιατί μια χώρα που κλείνει τα σχολεία της, κλείνει ουσιαστικά τον ίδιο της τον ορίζοντα.











