Στην ελληνική πολιτική σκηνή, η διαφθορά μοιάζει με έναν αόρατο ιό που μεταλλάσσεται αλλά δεν εξαλείφεται. Το αφήγημα ότι «η διαφθορά δεν έχει χρώμα» χρησιμοποιείται συχνά ως πολιτικό σωσίβιο. Τότε όμως μπαίνει το ερώτημα: αν όλοι είναι ένοχοι, τότε κανείς δεν είναι πραγματικά υπόλογος; Ωστόσο, η πραγματικότητα του 2026 δείχνει ότι αυτή η ισοπέδωση δεν είναι παρά η άλλη όψη της ατιμωρησίας.

Είναι αλήθεια ότι διάφορα σκάνδαλα έχουν στιγματίσει κάθε κυβερνητικό σχηματισμό της Μεταπολίτευσης. Από τις απευθείας αναθέσεις μέχρι τον πελατειακό σύστημα, οι πρακτικές παραμένουν ανησυχητικά παρόμοιες. Όμως, η «αχρωμία» της διαφθοράς σταματά εκεί που ξεκινά η ευθύνη της εκάστοτε εξουσίας. Το να βαφτίζουμε το πρόβλημα «συστημικό» για να αποφύγουμε την απόδοση ευθυνών είναι μια πολιτική δειλία που τρέφει τον κυνισμό των πολιτών.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Public Issue (Μάρτιος 2025), η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη έχει καταρρακωθεί, με μόλις 1 στους 4 πολίτες να την εμπιστεύεται. Όταν η κοινωνία αισθάνεται ότι οι θεσμοί λειτουργούν ως ασπίδα προστασίας των ισχυρών αντί για εγγυητές του δικαίου, η διαφθορά παύει να είναι απλώς μια παρανομία και γίνεται καθεστώς.
Το πιο επικίνδυνο εύρημα των τελευταίων ετών είναι η εξοικείωση. Το 97% των Ελλήνων θεωρεί ότι η διαφθορά είναι ευρέως διαδεδομένη. Αυτή η συλλογική απαισιοδοξία είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στο να υπάρξει κάποια αλλαγή. Η διαφθορά δεν «τρώει» μόνο δημόσιο χρήμα, τρώει το μέλλον της νέας γενιάς, που βλέπει την αξιοκρατία να υποχωρεί μπροστά στις «άκρες» και τις διασυνδέσεις.
Αν θέλουμε η φράση «η διαφθορά δεν έχει χρώμα» να μην είναι απλώς ένα σύνθημα συμψηφισμού, πρέπει να περάσουμε στην εποχή της ανεξάρτητης λογοδοσίας.
- Πραγματική Ανεξαρτησία: Η Εθνική Αρχή Διαφάνειας και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί πρέπει να θωρακιστούν από την κυβερνητική επιρροή.
- Τέλος στην Ανοχή: Όπως επισημαίνουν αναλυτές, το σύστημα του «ανταγωνιστικού ιδιωτισμού» -όπου τα κόμματα εναλλάσσονται στη διανομή λαφύρων- πρέπει να δώσει τη θέση του σε ένα κράτος δικαίου που δεν φοβάται να ελέγξει τους δικούς του.
Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η διαφθορά μπορεί να μην έχει χρώμα, αλλά η κάθαρση απαιτεί πολιτική βούληση με ξεκάθαρο στίγμα. Όσο κρυβόμαστε πίσω από τη γενίκευση ότι «όλοι τα ίδια κάνουν», τόσο θα παραμένουμε θεατές στην ίδια παρωδία. Η αληθινή πολιτική αλλαγή δεν κρίνεται από τα λόγια, αλλά από την προθυμία μιας κυβέρνησης να κόψει τα δεσμά με το φαύλο παρελθόν της, όποιο χρώμα κι αν είχε αυτό.











