Η συζήτηση για την υπογεννητικότητα στην Ελλάδα και την Ευρώπη συχνά κρύβει μια άβολη αλήθεια πίσω από μια βολική αφήγηση. Από το 1981-82, η ελληνική γεννητικότητα βρίσκεται σε σταθερά καθοδική πορεία, μια τάση που απλώς επιταχύνθηκε από την οικονομική κρίση του 2010.

Παρότι κάποιες χώρες της Δυτικής Ευρώπης εμφανίζουν μια ελαφρώς καλύτερη δημογραφική εικόνα, η συνολική συρρίκνωση του πληθυσμού στην ήπειρο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι αδιαμφισβήτητη. Αυτό το γεγονός προκαλεί αμηχανία, καθώς συμπίπτει με μια περίοδο γενικευμένης οικονομικής προόδου.
Μια Πολιτική Υποκρισία
Η διαπίστωση αυτή φέρνει σε δύσκολη θέση την πολιτική σκηνή, ιδιαίτερα την κεντροδεξιά, η οποία διστάζει να παραδεχτεί ότι ο βασικός παράγοντας της γεννητικότητας δεν είναι οικονομικός ή υλικός, αλλά αξιακός. Πρόκειται για έναν μεγάλο άλυτο γρίφο: πώς η οικονομική ανάπτυξη και η χειραφέτηση της γυναίκας, με την είσοδό της στην αγορά εργασίας, συνδέονται άρρηκτα με την πτώση της γεννητικότητας;
Αντί να αντιμετωπίσουν αυτή την πραγματικότητα, τα κόμματα προτιμούν να αναπαράγουν την αριστερή προσέγγιση που συνδέει τη γεννητικότητα με τις κρατικές παροχές. Αυτή η στάση είναι μια «πολιτική σιγουριά» που τους επιτρέπει να αποφεύγουν τη σύγκρουση με το προφανές: ότι σε μια κοινωνία όπου οι παραδοσιακοί ρόλοι των φύλων έχουν αποδομηθεί και οι γυναίκες έχουν τις ίδιες απαιτήσεις και ευθύνες με τους άνδρες, η επιστροφή στην υψηλή γεννητικότητα του παρελθόντος είναι ανέφικτη.
Το Αδιέξοδο της Αλλαγής
Η σιωπή αυτή επεκτείνεται και σε δεξιότερα κόμματα, τα οποία αναλώνονται σε γενικότητες για παροχές και διευκολύνσεις. Οι λίγες φορές που κάποιοι επιχείρησαν να θέσουν το δημογραφικό σε μια αξιακή βάση, αγγίζοντας θέματα όπως η θέση της γυναίκας και οι επιλογές της (όπως για παράδειγμα το ζήτημα των αμβλώσεων), δέχτηκαν σφοδρή κριτική από τα μέσα ενημέρωσης και το πολιτικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένης και της κεντροδεξιάς. Ακόμη και κόμματα που θεωρούνται «ακροδεξιά» προτιμούν πλέον τη σιωπή μπροστά σε μια γενική κατακραυγή.
Σε τελική ανάλυση, η διπλή αυτή υποκρισία δείχνει ότι μια βιώσιμη λύση για το δημογραφικό είναι δύσκολο να βρεθεί. Και αυτό γιατί, στην πραγματικότητα, αυτή η κατάσταση αποτελεί τη δημοκρατική βούληση του λαού. Οι σύγχρονες κοινωνίες μας, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, απορρίπτουν εξίσου τόσο το «ριζοσπαστικό πείραμα» της μαζικής μετανάστευσης όσο και την επιστροφή σε ένα προνεωτερικό παρελθόν όπου ο ρόλος της γυναίκας θα περιοριζόταν στην τεκνοποιία. Αυτή η διπλή απόρριψη δημιουργεί ένα αδιέξοδο που δυσκολεύει κάθε προσπάθεια για ουσιαστική συζήτηση και αλλαγή.











