Η πρόσφατη δημοσίευση των συγκλονιστικών φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 αγωνιστών στην Καισαριανή από τους Ναζί κατακτητές, θα έπρεπε να αποτελεί αφορμή για συλλογικό αναστοχασμό και απότιση φόρου τιμής.

Δυστυχώς, 80 και πλέον χρόνια μετά, έγινε η θρυαλλίδα για έναν ακόμη κύκλο τοξικής αντιπαράθεσης, κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εκεί, η ιστορική μνήμη εργαλειοποιείται και η εθνική τραγωδία μετατρέπεται σε όχημα εκτόξευσης ακροτήτων.
Φαίνεται πως, ως λαός, δυσκολευόμαστε να διδαχθούμε από τους αυτοκαταστροφικούς διχασμούς που πλήγωσαν την πατρίδα μας στο παρελθόν. Παραμένουμε συχνά παγιδευμένοι στη «διχόνοια τη δολερή», για την οποία μας προειδοποίησε ο εθνικός μας ποιητής, Διονύσιος Σολωμός.
Όμως, οι σύγχρονοι Έλληνες έχουμε χρέος να κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα, χωρίς τις παρωπίδες του ιδεοληπτικού φανατισμού. Οι δυνάμεις κατοχής δεν έκαναν διακρίσεις: εκτέλεσαν και έσφαξαν Έλληνες, αριστερούς και δεξιούς. Λεηλάτησαν, έκαψαν και ξεκλήρισαν ολόκληρες γειτονιές και χωριά με μια βαρβαρότητα που δεν γνωρίζει χρώμα ή παράταξη. Από το Δίστομο και τα Καλάβρυτα, μέχρι την Κάνδανο και το Δοξάτο, ο χάρτης της Ελλάδας είναι ποτισμένος με αίμα.
Η μαζική εκτέλεση των 200 αριστερόστροφων πατριωτών στην Καισαριανή υπήρξε μια τέτοια πράξη ανείπωτης βαρβαρότητας από τον ξένο κατακτητή. Η αναγνώριση αυτής της θυσίας δεν αποτελεί κομματικό προνόμιο, αλλά εθνικό καθήκον.
Σήμερα, μπροστά στις τεράστιες προκλήσεις της εποχής μας, η διαφύλαξη της εθνικής ενότητας είναι ο μόνος δρόμος. Οφείλουμε να αφήσουμε τη λογική να κυριαρχήσει πάνω στην τύφλωση του εκατέρωθεν φανατισμού και να δηλώσουμε ομόψυχα:
Τιμάμε κάθε Έλληνα που εκτελέστηκε, δολοφονήθηκε ή βασανίστηκε από ξένους κατακτητές που ήθελαν την Πατρίδα μας υπόδουλη.
Η μνήμη τους δεν είναι “πυρομαχικό” για διαδικτυακούς πολέμους, αλλά η ηθική μας πυξίδα για μια Ελλάδα ενωμένη και κυρίαρχη.












