Η κατάντια της σημερινής αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας είναι ορατή και στην πολυαναμενόμενη «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν. Η ταινία, πριν καν βγει, λόγω των επιλογών του σκηνοθέτη που καμία σχέση δεν έχουν με τον κλασικό «κανόνα» του Ομηρικού έπους, δείχνει να μετατρέπεται σε φιλτραρισμένη εκδοχή του μυθικού ταξιδιού που ταιριάζει με τη σύγχρονη woke κουλτούρα.
Γράφει ο Δρ Δημήτριος Γκίκας, Φιλόλογος και Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας

Προφανώς, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν ένας μαύρος ηθοποιός μπορεί να υποδυθεί την Ελένη ή αν ένας τρανς ηθοποιός μπορεί να ενσαρκώσει έναν Αχιλλέα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αναθεώρηση μοιάζει να μην υπηρετεί μια ουσιαστική καλλιτεχνική ανάγνωση, αλλά μια στρατηγική πολιτισμικής διαχείρισης. Εκεί ακριβώς εστιάζει η κριτική προς τον Νόλαν. Η «Οδύσσεια» δεν επιχειρεί απλώς να επανερμηνεύσει τον Όμηρο, αλλά να τον προσαρμόσει στο ηθικό και επιβραβευτικό σύστημα της σύγχρονης Ακαδημίας Κινηματογράφου των ΗΠΑ. Η κατηγορία ότι ο Νόλαν «κυνηγά το Όσκαρ» μέσω πολιτικά ασφαλών επιλογών διατυπώθηκε δημόσια ακόμη και από πρόσωπα εκτός κινηματογραφικού χώρου.
Αυτό αγγίζει ένα βαθύτερο ζήτημα: τι συμβαίνει όταν τα ομηρικά έπη παύουν να αντιμετωπίζονται ως πολιτισμικά τεκμήρια μιας συγκεκριμένης ιστορικής και μυθολογικής συνείδησης και μετατρέπονται σε ουδέτερο καμβά που υπηρετεί τη σύγχρονη αμερικανική ιδεολογική ατζέντα της δήθεν εκπροσώπησης των πάντων.
Η «Οδύσσεια», όμως, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι ένα οποιοδήποτε αφήγημα. Είναι θεμέλιο της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης, έργο που συνδέεται με συγκεκριμένες ανθρωπολογικές, πολεμικές και αισθητικές αντιλήψεις του αρχαϊκού ελληνικού κόσμου. Η Ελένη δεν είναι απλώς «η ωραιότερη γυναίκα». Είναι σύμβολο μιας ολόκληρης κοσμοθεωρίας περί κάλλους, εξουσίας και επιθυμίας. Ο Αχιλλέας, αντίστοιχα, δεν είναι μόνο πολεμιστής, είναι η απόλυτη ενσάρκωση της ανδρικής αριστοκρατικής αρετής, της αρρενωπότητας και της τραγικής θνητότητας.
Όταν τέτοιες μορφές αποσυνδέονται πλήρως από το πολιτισμικό τους πλαίσιο, ο κίνδυνος δεν είναι μόνο η ιστορικο-πολιτισμική «βεβήλωση», αλλά και η ισοπέδωση, η αντιμετώπιση, δηλαδή όλων των πολιτισμών ως εναλλάξιμων αισθητικών επιφανειών, χωρίς ιστορική ταυτότητα και ιδιοπροσωπία.
Η ειρωνεία είναι ότι ο Νόλαν πιθανότατα δεν ενδιαφέρεται για τις ακτιβιστικές αναγνώσεις ή για την κυριαρχούσα woke κουλτούρα. Εκείνο που φαίνεται να τον απασχολεί είναι η δημιουργία ενός έργου που θα συνομιλεί με το σύγχρονο αμερικανικό πολιτισμικό κέντρο εξουσίας, τουτέστιν τα μεγάλα στούντιος, τα φεστιβάλ, τις επιτροπές βραβείων, το prestige και το brand name του Hollywood. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσιαστικότερη κριτική προς την ταινία πριν καν προβληθεί: όχι ότι «προδίδει» τον Όμηρο, αλλά ότι τον μετατρέπει σε εργαλείο πολιτισμικού μάρκετινγκ και ιδεολογικού μετασχηματισμού.
Η μεγάλη τέχνη, όμως, δεν γεννιέται από την αγωνία της αποδοχής. Ούτε από την εμμονή στην επικαιρότητα. Ο Όμηρος επιβίωσε για χιλιάδες χρόνια, ακριβώς επειδή μιλούσε για κάτι βαθύτερο από τις ιδεολογικές μόδες κάθε εποχής. Μιλούσε για την αξία του ταξιδιού, τον νόστο, τον πόλεμο, τη δόξα, τον θάνατο και την ανθρώπινη ύβρι. Το ερώτημα είναι αν η «Οδύσσεια» του Νόλαν θα κατορθώσει να φτάσει σε αυτό το βάθος – πολύ χλωμό…











