Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που συναντώνται στην πρόσληψη των ιστορικών και μυθολογικών συμβόλων στη χώρα μας είναι η απουσία κοινής γλώσσας. Με τον όρο «γλώσσα» εννοώ το κοινό πολιτισμικό, αλλά και εθνικό πλαίσιο, γύρω από το οποίο ο λαός μας αντιλαμβάνεται τη γενικότερη θέση του στον κόσμο και, βεβαίως, θέτει στόχους για το μέλλον.
Γράφει ο Δρ Δημήτριος Γκίκας, Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας

Πρόσφατα, εκπρόσωπος της ακαδημαϊκής κοινότητας, έκανε λόγο για «απίστευτες… σφαγές» του Ελληνικού Στρατού, κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, προτρέποντας, μάλιστα την πολιτική ηγεσία να «αναγνωρίσει επίσημα» αυτές τις σφαγές.
Βεβαίως, δεν είναι πρωτοφανές φαινόμενο οι διατυπώσεις προσωπικών θεωρήσεων περί της ιστορικής «αλήθειας»: από την επανάσταση που δεν ήταν εθνικοαπελευθερωτική, αλλά κοινωνικοανατρεπτική, μέχρι και την άρνηση της Γενοκτονίας των Ποντίων, συχνά εκπρόσωποι της Ελληνικής ακαδημαϊκής κοινότητας κατατρύχονται από ερμηνευτικό μονισμό που, εξίσου συχνά, εδράζεται σε συγκεκριμένες ιδεολογικές πεποιθήσεις.
Αυτό, όμως είναι και το κύριο ζήτημα: η πολιτισμική γλώσσα, δηλαδή ο τρόπος που επικοινωνεί ένας πολιτισμός στο εσωτερικό του, είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για να επικοινωνήσεις με τους άλλους. Αν, λοιπόν εμείς δεν διαθέτουμε μια τέτοια γλώσσα, αν δεν αντιλαμβανόμαστε, για παράδειγμα, τι σημαίνει ο Όμηρος όχι μόνο για τη λογοτεχνική μας παράδοση, αλλά και για το αξιακό σύστημα γενικότερα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, πώς μπορούμε να αντιληφθούμε τι συνιστά παραποίηση αυτής της παράδοσης ή σε τι βαθμό αλλοιώνεται αυτή και, ακόμα πιο σημαντικό, με ποιον τρόπο θα πρέπει να αντιδρούμε; Αν δεν διαθέτουμε μια ξεκάθαρη στάση απέναντι στην ιστορία μας, αλλά κάθε φορά βγαίνουμε να πούμε ό, τι κατά την προσωπική μας κρίση θεωρείται σωστό ή ιστορικά ακριβές ή άξιο δημόσιας αναγνώρισης, πώς θα μπορέσουμε να θέσουμε στόχους για το μέλλον μας ως λαού, για την εξωτερική μας πολιτική και τη θέση μας στη διεθνή σκηνή και τη διπλωματία;
Αναφορικά, λοιπόν με τις δηλώσεις του εν λόγω, ανακύπτουν αρκετά ζητήματα. Άλλα εξ αυτών αφορούν καθαρά την ίδια τη φύση της δήλωσης και πώς αυτή εδράζεται σε ακαδημαϊκή τεκμηρίωση (κι όχι απλώς ιδεολογική θεώρηση). Αυτό που είναι, εκ πρώτης όψεως, αντιληπτό είναι καταρχήν ότι ο εν λόγω δεν έχει διεξαγάγει προσωπική πρωτογενή ιστορική έρευνα για το θέμα. Η διαπίστωση/δήλωση στηρίζεται σε πηγές ή έρευνες άλλων. Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να διατυπώσει δημόσια άποψη. Στην ακαδημαϊκή ζωή αυτό συμβαίνει συχνά: ένας πολιτικός επιστήμονας, ένας νομικός ή ένας φιλόσοφος μπορεί να βασιστεί στην υπάρχουσα ιστοριογραφία, χωρίς απαραίτητα να υφίσταται προσωπική έρευνα. Το ερώτημα είναι πώς παρουσιάζει αυτή την άποψη και σε ποιο πλαίσιο.
Στην περίπτωση του εν λόγω, μπορούμε να προβούμε σε κάποιες ερμηνείες περί των δηλώσεών του:
Α. Η προσέγγιση της “κριτικής εθνικής αυτογνωσίας”. Υπάρχει μια ιστοριογραφική και πολιτική «παράδοση» που υποστηρίζει ότι ένα έθνος ενισχύει τη δημοκρατική του ωριμότητα όταν αναγνωρίζει και τα δικά του σφάλματα. Αν αυτή ήταν η πρόθεσή του, τότε οι δηλώσεις του συμφωνούν μ’ αυτή την αντίληψη, πλην όμως πρόκειται για σγκεκριμένη προσέγγιση κι όχι για ιστορική αλήθεια. Μάλιστα έχουμε ακούσει στο παρελθόν πολλές «φωνές» που ακουμπούν σ’ αυτή την αντίληψη, αλλά τα αντίστοιχα συμπεράσματα σπανίως μένουν σε επίπεδο απλής αναγνώρισης σφαλμάτων. Αντιθέτως, συχνά περιέχουν ξεκάθαρα αντεθνικές θεωρήσεις και ιδεολογικές σκοποθεσίες που τις νομιμοποιούν.
Β. Η παρέμβαση στη δημόσια συζήτηση για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ένας πολιτικός επιστήμονας μπορεί να θεωρεί ότι η αποδοχή ιστορικών ευθυνών συμβάλλει σε μια διαφορετική προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής. Δυστυχώς, όμως η εξωτερική πολιτική της χώρας απέναντι στην Τουρκία ήδη εξυφαίνεται σ’ ένα πλαίσιο που ορίζεται από την πολιτική του κατευνασμού και της συνεχούς υποχωρητικότητας, στοιχείο που καθιστά εντελώς προβληματικές τέτοιες δηλώσεις, αφού, κατά κόρον, εργαλειοποιούνται από την Τουρκική πλευρά, για τις δικές της επιδιώξεις.
Γ. Η επικοινωνιακή δυναμική της τηλεόρασης. Στις τηλεοπτικές εμφανίσεις οι σύνθετες ιστορικές αποχρώσεις συχνά συμπυκνώνονται σε λίγες φράσεις. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε διατυπώσεις που περισσότερο κρίνονται ως «δημοσιογραφικές», παρά ως ιστορικές αναλύσεις. Αν, για παράδειγμα, χαρακτηρίσεις την τακτική της καμένης γης (προσφιλής τακτική σε περίοδο πολέμου) «απίστευτες σφαγές», το σίγουρο είναι ότι η όποια επιστημονική προθετικότητα (αν υπήρχε ποτέ τέτοια) χάνεται κι επικρατεί ένας εντελώς αντεπισημονικός λόγος, ο οποίος προφανέστατα, για λόγους πολλές φορές προσωπικής προβολής, φτάνει στα όρια της επικής ανοησίας. Το αν ο εν λόγω επιθυμούσε τέτοιου είδους προβολή, προφανώς δεν είναι κάτι που μπορεί ο οποιοσδήποτε να ισχυριστεί ελαφρά τη καρδία, όμως η επικοινωνιακή διαχείριση τέτοιων δηλώσεων, αν μη τι άλλο, εύκολα δίνει αυτή την αίσθηση.
Με μια ψύχραιμη ματιά – κι όχι βασισμένη σε διάθεση προσωπικής απαξίωσης – οι συγκεκριμένες δηλώσεις εξ ορισμού δεν είναι απλώς ατυχείς, αλλά δείχνουν και μια επιπολαιότητα που δεν συνάδει με την ακαδημαϊκή ιδιότητα. Αν ένα ζήτημα είναι ιστορικά αμφιλεγόμενο και η πρωτογενής τεκμηρίωση δεν είναι πλήρης, τότε οι δηλώσεις αυτού του τύπου μένουν σε επίπεδο ισχυρισμών – κι αυτό από μόνο του είναι προβληματικό, έως και προσβλητικό για την ιστορική αλήθεια. Επιπλέον, όταν δεν έχει πραγματοποιήσει ο ίδιος πρωτογενή έρευνα, καλό είναι να διευκρινίζει ότι συνοψίζει ή υιοθετεί συγκεκριμένη ιστοριογραφική ερμηνεία και όχι ότι παρουσιάζει αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός – το οποίο, μάλιστα οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε κι επισήμως.
Ας αναλύσουμε τώρα και τη συμπληρωματική δήλωση του εν λόγω ότι οι θέσεις αυτές δεν σημαίνουν ότι υποβαθμίζονται τα εγκλήματα της Τουρκικής πλευράς. Προφανώς είναι απολύτως θεμιτό για οποιονδήποτε να πιστεύει ειλικρινά ότι η δημόσια αναγνώριση εγκλημάτων της δικής του πλευράς δεν συμψηφίζει τα εγκλήματα της άλλης. Είναι επίσης δυνατό να υποτιμά τις επικοινωνιακές συνέπειες των δηλώσεών του ή να θεωρεί ότι αυτές αντισταθμίζονται από την αξία της δημόσιας αυτοκριτικής.
Υπάρχει όμως ένα διαφορετικό ερώτημα, το οποίο θεωρώ πιο αντικειμενικό και ίσως πιο ενδιαφέρον: Ποιο ήταν τελικά το αποτέλεσμα των δηλώσεων; Εδώ μπορούμε να μιλήσουμε με μεγαλύτερη βεβαιότητα. Διότι είναι δεδομένο ότι οι δηλώσεις απομονώθηκαν από τουρκικά μέσα ενημέρωσης και, αναμενόμενα, χρησιμοποιήθηκαν ως επιχείρημα για την ενίσχυση της τουρκικής προπαγάνδας. Ως εκ τούτου, αποσπάστηκαν από το ευρύτερο πλαίσιο της συζήτησης.
Αυτό είναι διαπιστώσιμο ανεξάρτητα από το τι επιδίωκε ο ίδιος ο ακαδημαϊκός. Στην πολιτική επικοινωνία υπάρχει συχνά διάκριση ανάμεσα στην πρόθεση ενός ομιλητή και στην πρόσληψη ή αξιοποίηση των λόγων του από τρίτους. Το δεύτερο μπορούμε εύκολα να το αξιολογήσουμε εμπειρικά. Το πρώτο, εμφανώς, δεν είναι εύκολο να το αποδείξουμε. Μπορούμε όμως ν’ αναρωτηθούμε αν ο εν λόγω είχε υπόψη του αυτή την παράμετρο, όταν προέβαινε σ’ αυτές τις δηλώσεις. Κι αυτό διότι δεν αναφερόμαστε σ’ έναν απλό πολίτή ή, έστω, σ’ έναν δημοσιογράφο, αλλά σ’ έναν ακαδημαϊκό, η γνώμη του οποίου μετρά πολύ περισσότερο.
Από την πλευρά, όμως της πολιτικής διάστασης, ανακύπτει ένα ακόμη πιο κρίσιμο ερώτημα: πώς και γιατί ορισμένες ιστορικές δηλώσεις Ελλήνων πανεπιστημιακών αποκτούν τόσο μεγάλη προβολή στα τουρκικά κρατικά μέσα ενημέρωσης, ενώ αντίστοιχες δηλώσεις Τούρκων ακαδημαϊκών που αναγνωρίζουν διώξεις ή εγκλήματα κατά των Ελλήνων δεν προβάλλονται με τον ίδιο τρόπο; Αυτό μετατοπίζει τη συζήτηση στη μελέτη της χρήσης της ιστορίας ως εργαλείου δημόσιας διπλωματίας και πολιτικής επικοινωνίας και ως προώθηση συγκεκριμένης πολιτικής ατζέντας που, συχνά, υιοθετείται και από ακαδημαϊκούς.
Τα παραπάνω, λοιπόν αναδεικνύουν ακριβώς το μέγεθος του προβλήματος και πού καριβώς οφείλουμε να εστιάσουμε, αν θέλουμε να διαμορφώσουμε μια σοβαρή στάση απέναντι στην πολιτισμική μας παράδοηση και την ιστορική μας διαδρομή. Κάθε φορά που ενσκήπτουμε στο παρελθόν μας, ακόμα κι όταν ο κύριος στόχος μας είναι να εντοπίσουμε ή να διαφυλάξουμε την ιστορική αλήθεια ή την πολιτισμική μας ιδιαιτερότητα, οφείλουμε να το κάνουμε με όρους σεβασμού και, κυρίως, αναγνώρισης της αξίας και της μίας και της άλλης. Διαφορετικά, το μόνο που αποσκοπούμε είναι η προσωπική μας προβολή ή η νομιμοποίηση των ιδεολογικών μας καταβολών…










