Η συνάντηση της Παρασκευής στην Αλάσκα μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Βλαντίμιρ Πούτιν δεν είναι απλώς μια διπλωματική υποχρέωση. Είναι ένα κομβικό επεισόδιο στο μακρύ και περίπλοκο αφήγημα των αμερικανορωσικών σχέσεων – ένα αφήγημα γεμάτο καχυποψία, ανταγωνισμό αλλά και στιγμές αναγκαστικής συνεργασίας.

Η επιλογή της Αλάσκας έχει ισχυρό συμβολισμό: είναι το γεωγραφικό σημείο όπου οι δύο χώρες κοιτάζονται σχεδόν κατάματα, χωρισμένες από τα στενά του Μπέρρινγκ. Σε μια περίοδο που η Αρκτική αποκτά όλο και μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία, η εικόνα των δύο ηγετών σε αυτό το σκηνικό θα είναι από μόνη της ένα μήνυμα προς την παγκόσμια κοινότητα.
Δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες. Η αμερικανορωσική δυσπιστία είναι δομική και βαθιά ριζωμένη. Οι κυρώσεις κατά της Μόσχας, η αντιπαράθεση στην Ουκρανία και η σύγκρουση επιρροής στη Μέση Ανατολή δεν μπορούν να λυθούν σε λίγες ώρες συνομιλιών. Ωστόσο, η ίδια η απόφαση να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι υποδηλώνει ότι και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν την ανάγκη για απευθείας δίαυλο.
Ο Τραμπ πιθανόν θα επιδιώξει μια «μεγάλη συμφωνία» που θα του προσφέρει εσωτερικό πολιτικό όφελος και θα επιβεβαιώσει την εικόνα του «διαπραγματευτή». Ο Πούτιν, από την άλλη, θα επιδιώξει την αποκατάσταση του κύρους της Ρωσίας ως ισότιμης υπερδύναμης και, ει δυνατόν, μια ρωγμή στο μέτωπο των δυτικών κυρώσεων.
Η συνάντηση στην Αλάσκα δεν θα κρίνει την πορεία του κόσμου· μπορεί όμως να δώσει το στίγμα για το πώς οι δύο πιο απρόβλεπτοι ηγέτες της εποχής μας σκοπεύουν να κινηθούν. Κι αυτό, από μόνο του, αρκεί για να καθηλώσει τα βλέμματα ολόκληρης της διεθνούς κοινότητας.











