Η πολιτική κατάσταση στην Τουρκία φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα, ακόμη πιο αμφιλεγόμενη φάση. Οι επόμενες προεδρικές εκλογές στην Τουρκία ενδέχεται να έχουν ήδη επηρεαστεί καθοριστικά πριν καν διεξαχθούν.

Η εικόνα που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια δεν παραπέμπει πλέον σε μια δημοκρατία με έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις, αλλά σε ένα καθεστώς όπου οι θεσμοί λειτουργούν ολοένα και περισσότερο υπό τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Η Δικαιοσύνη, τα μέσα ενημέρωσης, η δημόσια διοίκηση, ακόμη και οι εκλογικές διαδικασίες, βρίσκονται υπό τη βαριά σκιά του προεδρικού συστήματος που οικοδομήθηκε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 και παγιώθηκε με το δημοψήφισμα του 2017.
Η στρατηγική του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν περιορίζεται πλέον στην πολιτική κυριαρχία μέσω της κάλπης. Στόχος φαίνεται να είναι η διαμόρφωση ενός πλαισίου όπου η αντιπολίτευση θα μπορεί να συμμετέχει μόνο υπό όρους και πάντως χωρίς πραγματικές πιθανότητες ανατροπής του συστήματος εξουσίας. Οι διώξεις δημάρχων, οι δικαστικές περιπέτειες πολιτικών αντιπάλων, οι περιορισμοί στον Τύπο και οι συλλήψεις δημοσιογράφων και ακτιβιστών δημιουργούν την αίσθηση μιας χώρας που μετακινείται σταδιακά από την προβληματική δημοκρατία προς ένα μοντέλο αυταρχικής διακυβέρνησης με εκλογικό περίβλημα.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι κάθε πολιτική προσωπικότητα που αποκτά δυναμική απέναντι στον Ερντογάν βρίσκεται σχεδόν αυτόματα αντιμέτωπη με δικαστικές ή διοικητικές πιέσεις. Το μήνυμα που εκπέμπεται προς την τουρκική κοινωνία είναι σαφές, όποιος αμφισβητεί σοβαρά την εξουσία, κινδυνεύει να τεθεί εκτός πολιτικού παιχνιδιού. Αυτό δεν αποτελεί μόνο εσωτερικό ζήτημα της Τουρκίας, αλλά αφορά συνολικά τη σταθερότητα της περιοχής και τη σχέση της χώρας με τη Δύση.
Την ίδια ώρα, η οικονομική κρίση συνεχίζει να διαβρώνει την κοινωνική συνοχή. Ο πληθωρισμός, η πτώση της αγοραστικής δύναμης και η αβεβαιότητα για το μέλλον δημιουργούν έντονη δυσαρέσκεια σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Ωστόσο, ο Ερντογάν εξακολουθεί να διατηρεί έναν σκληρό πυρήνα πολιτικής επιρροής, αξιοποιώντας τον κρατικό μηχανισμό, τον εθνικισμό, τη θρησκευτική ρητορική και την εικόνα του «ηγέτη που πολεμά εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς».
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η Τουρκία βρίσκεται μπροστά στην οριστική μετάβαση σε ένα καθεστώς «ελεγχόμενης δημοκρατίας», όπου οι εκλογές θα συνεχίσουν να διεξάγονται αλλά με όρους άνισης πολιτικής μάχης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ουσία της δημοκρατίας -η ισοτιμία, η ελευθερία έκφρασης και η ανεξαρτησία των θεσμών- κινδυνεύει να υποκατασταθεί από μια θεσμική βιτρίνα που θα νομιμοποιεί προειλημμένες πολιτικές ισορροπίες.
Η Τουρκία υπήρξε για δεκαετίες μια χώρα αντιφάσεων. Ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, στον κοσμικό χαρακτήρα και τον πολιτικό ισλαμισμό, στον αυταρχισμό και τη δημοκρατική φιλοδοξία. Σήμερα όμως, η ζυγαριά δείχνει να γέρνει ολοένα και περισσότερο προς τη συγκέντρωση εξουσίας. Και όσο η αντιπολίτευση περιορίζεται όχι πολιτικά αλλά θεσμικά και δικαστικά, τόσο μεγαλώνει η αμφιβολία για το αν οι επόμενες εκλογές θα αποτελέσουν πραγματική δημοκρατική αναμέτρηση ή απλώς μια διαδικασία επικύρωσης μιας ήδη διαμορφωμένης πραγματικότητας.











