Νέα στοιχεία για την ημικρανία και τον τρόπο που επηρεάζει ιδιαίτερα τις γυναίκες, παρουσιάστηκαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η πανευρωπαϊκή έρευνα που πραγματοποιήθηκε από την Ευρωπαϊκή Συμμαχία για την Ημικρανία και τις Κεφαλαλγίες, ανέδειξε τον συχνά αόρατο αλλά καθοριστικό ρόλο που παίζουν οι ορμονικές μεταβολές στην εμφάνιση των κρίσεων.
Η έρευνα συγκέντρωσε περισσότερες από 5.400 απαντήσεις από 13 ευρωπαϊκές χώρες, ενώ στην Ελλάδα συμμετείχαν 504 γυναίκες. Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια ανησυχητική εικόνα, καθώς πολλές γυναίκες ζουν για χρόνια με ημικρανία χωρίς να έχουν λάβει επίσημη διάγνωση ή κατάλληλη θεραπευτική καθοδήγηση.
Σύμφωνα με τα δεδομένα της έρευνας, σχεδόν μία στις δύο γυναίκες στην Ελλάδα δήλωσε ότι δεν έχει διαγνωστεί επίσημα με ημικρανία, ενώ το 43,7% ανέφερε ότι δεν έχει επισκεφθεί ποτέ γιατρό, παρά το γεγονός ότι τα συμπτώματα επηρεάζουν την καθημερινότητά της. Μάλιστα, οκτώ στις δέκα, σε αυτοθεραπεία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχέση της ημικρανίας με τον εμμηνορρυσιακό κύκλο. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δύο στις τρεις γυναίκες δηλώνουν ότι οι κρίσεις συνδέονται με τις ορμονικές μεταβολές, ενώ εννέα στις δέκα αναφέρουν ότι οι κρίσεις κατά την περίοδο είναι πιο έντονες και διαρκούν περισσότερο. Παρόλα αυτά, σχεδόν επτά στις δέκα γυναίκες απάντησαν ότι δεν τους έχει ποτέ προταθεί εξατομικευμένη θεραπεία για αυτές τις ορμονικά σχετιζόμενες κρίσεις.
Η ημικρανία δεν είναι απλώς ένας πονοκέφαλος, αλλά μια νευρολογική νόσος που συνοδεύεται συχνά από ναυτία, φωτοφοβία και σημαντικό περιορισμό της καθημερινής λειτουργικότητας. Εκτιμάται ότι τρία στα τέσσερα άτομα που ζουν με ημικρανία είναι γυναίκες, κυρίως σε αναπαραγωγική ηλικία.
Τα ευρήματα της έρευνας αναδεικνύουν ένα σημαντικό κενό στη διάγνωση και τη φροντίδα των ασθενών. Πολλές γυναίκες μαθαίνουν να ζουν με τον πόνο θεωρώντας τον «φυσιολογικό», χωρίς να αναζητούν εξειδικευμένη βοήθεια. Ο Δρ. Μιχαήλ Βικελής, νευρολόγος, εξειδικευμένος στις κεφαλαλγίες και Επιστημονικός Σύμβουλος του Συλλόγου Ασθενών με Ημικρανία και Κεφαλαλγία Ελλάδος, επισημαίνει ότι η έγκαιρη διάγνωση και η εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών και να μειώσουν το πραγματικό φορτίο της νόσου στη γυναικεία υγεία.










