Η ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών είναι, κυρίως, η ιστορία μιας διαρκούς στρατηγικής σκέψης. Από την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας μέχρι το τέλος του ψυχρού πολέμου που αναδείχθηκε ως η μοναδική υπερδύναμη, οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολούθησαν μια μακρόπνοη πορεία, στην οποία οι αποφάσεις για την ασφάλεια, την οικονομία, τη διπλωματία και την ιδεολογία συνδέθηκαν σε ένα ενιαίο σχέδιο. Αυτή είναι η ουσία της υψηλής στρατηγικής.

Η έννοια της υψηλής στρατηγικής αφορά τον τρόπο με τον οποίο ένα κράτος συνδυάζει όλα τα διαθέσιμα μέσα (στρατιωτικά, οικονομικά, διπλωματικά, τεχνολογικά και πολιτισμικά) προκειμένου να επιτύχει μακροπρόθεσμους εθνικούς στόχους. Δεν πρόκειται για μια σειρά αποσπασματικών αποφάσεων αλλά για μια συνολική αντίληψη που διαμορφώνεται μέσα σε δεκαετίες, ακόμη και αιώνες.
Η αμερικανική περίπτωση αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας στρατηγικής συνέχειας.
Από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιλήφθηκαν ότι η γεωγραφική τους θέση προσέφερε ασφάλεια, αλλά όχι ισχύ από μόνη της. Η ενίσχυση του πληθυσμού μέσω της μετανάστευσης, η επέκταση προς τη Δύση, η αξιοποίηση των φυσικών πόρων και η ανάπτυξη μιας δυναμικής οικονομίας αποτέλεσαν αλληλένδετα στοιχεία ενός ευρύτερου σχεδίου εθνικής ισχυροποίησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο ρόλος της μετανάστευσης. Η συνειδητή προσέλκυση εκατομμυρίων μεταναστών κατά τον 19ο αιώνα δεν αποτέλεσε μόνο δημογραφική εξέλιξη αλλά και στρατηγική επιλογή. Το ανθρώπινο δυναμικό ενίσχυσε τη βιομηχανική ανάπτυξη, την αγροτική παραγωγή, την καινοτομία και τελικά την εθνική ισχύ. Η μετανάστευση αντιμετωπίστηκε ως εργαλείο οικοδόμησης κράτους και οικονομίας.
Κατά τον 20ό αιώνα, η αμερικανική υψηλή στρατηγική εξελίχθηκε σημαντικά. Οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και στη συνέχεια ο Ψυχρός Πόλεμος οδήγησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε έναν πρωτοφανή διεθνή ρόλο. Η στρατιωτική ισχύς συνδυάστηκε με τη δημιουργία διεθνών θεσμών, οικονομικών μηχανισμών και συμμαχιών που επηρέασαν βαθιά τη μεταπολεμική διεθνή τάξη.
Σε αυτή τη φάση αναδεικνύεται μια χαρακτηριστική ιδιαιτερότητα της αμερικανικής στρατηγικής. Η προσπάθεια συνδυασμού της ρεαλιστικής επιδίωξης εθνικών συμφερόντων με την προβολή φιλελεύθερων αξιών, όπως η δημοκρατία, το ελεύθερο εμπόριο και οι διεθνείς θεσμοί. Για πολλούς αναλυτές, αυτός ο συνδυασμός συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός πλαισίου συνεργασίας που ενίσχυσε τη διεθνή επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών. Για άλλους, αποτέλεσε πηγή εντάσεων, καθώς οι διακηρυγμένες αρχές δεν συνέπιπταν πάντοτε με τις επιλογές της εξωτερικής πολιτικής.
Πρέπει να επισημάνουμε ότι η αμερικανική υψηλή στρατηγική δεν υπήρξε αλάνθαστη. Οι επεμβάσεις και οι πολιτικές επιλογές σε διάφορες περιοχές του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου είχαν σε αρκετές περιπτώσεις σημαντικό πολιτικό και κοινωνικό κόστος και συνέβαλαν στην ανάπτυξη έντονου αντιαμερικανισμού. Η αναγνώριση αυτών των αστοχιών αποτελεί απαραίτητο στοιχείο μιας ισορροπημένης ιστορικής αποτίμησης.
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έφερε τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια μοναδική θέση ισχύος. Για ένα διάστημα βρέθηκαν χωρίς αντίπαλο αντίστοιχου μεγέθους. Ωστόσο, η μονοπολική αυτή στιγμή αποδείχθηκε ιστορικά περιορισμένη. Η άνοδος της Κίνας, η επαναδραστηριοποίηση της Ρωσίας, η ανάδειξη περιφερειακών δυνάμεων και οι νέες τεχνολογικές και οικονομικές προκλήσεις διαμορφώνουν σήμερα ένα πιο σύνθετο διεθνές περιβάλλον.
Αυτό καθιστά τη μελέτη της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής ακόμη πιο επίκαιρη. Δεν αφορά μόνο την κατανόηση του παρελθόντος αλλά και την ερμηνεία των σύγχρονων διεθνών εξελίξεων. Η πορεία μιας δύναμης από την περιφέρεια του διεθνούς συστήματος στην κορυφή του αποτελεί πολύτιμο πεδίο μελέτης για κάθε κράτος που επιδιώκει να σχεδιάσει μακροπρόθεσμα την εθνική του πορεία.
Το μεγαλύτερο ίσως δίδαγμα είναι ότι καμία μεγάλη δύναμη δεν οικοδομείται αποκλειστικά πάνω στη στρατιωτική ισχύ. Η οικονομία, η τεχνολογία, η εκπαίδευση, η δημογραφία, οι θεσμοί, οι συμμαχίες και η ικανότητα προσαρμογής στις διεθνείς αλλαγές αποτελούν εξίσου κρίσιμους παράγοντες. Η υψηλή στρατηγική είναι, τελικά, η τέχνη του συντονισμού όλων αυτών των στοιχείων προς έναν κοινό σκοπό.
Στη σημερινή εποχή των γεωπολιτικών ανακατατάξεων, της αντιπαλότητας μεταξύ μεγάλων δυνάμεων και των νέων προκλήσεων στην οικονομία, στην τεχνολογία και στην ασφάλεια, η μελέτη της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής δεν προσφέρει έτοιμες συνταγές. Προσφέρει όμως τη δυνατότητα να κατανοήσουμε πώς οι μεγάλες ιστορικές δυνάμεις σχεδιάζουν το μέλλον τους, πώς προσαρμόζονται στις μεταβολές του διεθνούς συστήματος και πώς οι επιτυχίες και οι αποτυχίες τους διαμορφώνουν τον κόσμο στον οποίο ζούμε.











