Μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών τον Σεπτέμβριο του 1943, οι Γερμανοί προσπάθησαν στην αρχή να φανούν υποχωρητικοί: άφησαν ελεύθερους κάποιους κρατουμένους και εκτέλεσαν δύο μαυραγορίτες για να δείξουν ότι πατάσσουν την αισχροκέρδεια. Αυτή η εικόνα όμως δεν κράτησε πολύ, καθώς σύντομα ξεκίνησαν άγριες διώξεις εναντίον της Αντίστασης.
Οι φωτογραφίες με τα ιστορικά τεκμήρια της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής προκαλεί ρίγος, δάκρυα, αλλά και υπερηφάνεια.
Ετσι στις 27η Οκτωβρίου του ίδιου ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος (Βίλεμ Σπάιντελ) δημοσίευσε την εξής ανακοίνωση:
«Επ’ εσχάτων κατέστησαν συχναί απόπειραι δολοφονίας Γερμανών Στρατιωτικών. Οι δράσται ανήκουσιν κατά το πλείστον εις κομμουνιστικούς κύκλους. Αί γερμανικαί ένοπλοι δυνάμεις θα καταπολεμήσουν ριζικώς πάσαν απόπειραν δολοφονίας και διαταράξεως της ησυχίας της Χώρας. »Εις το μέλλον: διά κάθε φονευόμενον Γερμανόν Στρατιώτην θα εκτελούνται 50 Έλληνες (…) Διά κάθε τραυματιζόμενον Γερμανόν Στρατιώτην θα εκτελούνται 10 Έλληνες. (…) Οι εκτελούμενοι θα εκλέγωνται μεταξύ των κύκλων των υπευθύνων διά την απόπειραν ταύτην.
Λίγους μήνες αργότερα, παραμονή Πρωτομαγιάς του 1944, η ναζιστική διοίκηση εξέδωσε μία ακόμη ανακοίνωση:
«Την 27 Απριλίου 1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μίας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν στρατηγόν και 3 συνοδούς του. Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίσθησαν.
Ως αντίποινα θα εκτελεσθή:
- Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1 Μαΐου 1944.
- Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς την Σπάρτην έξωθεν των χωρίων.
Τι είχε συμβεί;
Πιθανότατα στις 12η Απριλίου και όχι στις 27 όπως αναφέρει η γερμανική ανακοίνωση ίσως για να δώσει την αίσθηση επείγοντος ένας λόχος του ΕΛΑΣ έστησε ενέδρα στη θέση Γκαγκανιά, κοντά στη Μονεμβασιά, σε μια μικρή φάλαγγα Γερμανών. Η φάλαγγα εξοντώθηκε: δεκαέξι στρατιώτες νεκροί και τέσσερις αξιωματικοί. Μεταξύ των αξιωματικών όμως υπήρχε ένας πολύ σπουδαίος, ο αντιστράτηγος Κρεζ, στρατιωτικός διοικητής Πελοποννήσου.
Σε κάθε περίτπωση, την Πρωτομαγιά είχε έρθει η ώρα των ναζιστικών αντιποίνων.
Οι 200 ήταν έγκλειστοι, οι πιο πολλοί παλιά στελέχη του ΚΚΕ που από την εποχή της 4ης Αυγούστου, χωρίς διακοπή, παρέμεναν στις φυλακές.
Οδηγήθηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και εκεί τουφεκίστηκαν κατά ομάδες ανά 20. Η επόμενη εικοσάδα, πριν στηθεί μπροστά στο απόσπασμα, παραλάμβανε τα πτώματα των προηγούμενων 20 και τα τοποθετούσε στα αυτοκίνητα που περίμεναν. Η μακάβρια διαδικασία διήρκεσε δύο ώρες περίπου. Και τη συνόδευε ο Εθνικός Ύμνος που τραγουδούσαν με πάθος αυτοί που παρατάσσονταν μπροστά στις κάννες των όπλων.

Την επόμενη ημέρα, νέα ανακοίνωση, ανήγγειλε την εκτέλεση άλλων 110 στο χωριό Κυριάκι της Βοιωτίας ως αντίποινα για τον φόνο 2 Γερμανών. Το Κυριάκι καταστράφηκε τελείως. Η ανακοίνωση κατέληγε:
«Πάσα τοιαύτη περαιτέρω απόπειρα δολοφονίας, θα τιμωρήται με τον αυτόν τρόπον».
Στις 3η Μαΐου γνωστοποιήθηκε ο τουφεκισμός 30 κομμουνιστών ως αντίποινα για τον φόνο 2 «ευζώνων» και άλλων 60 κομμουνιστών. Οι 50 ως αντίποινα για τον φόνο «πέντε προσώπων ανηκόντων εις τον Γερμανικόν στρατόν» (προφανώς δεν ήταν Γερμανοί). Και οι 10 ως αντίποινα για επίθεση εναντίον αμαξοστοιχίας.
Και στις 11 Μαΐου αναγγέλθηκε ότι τουφεκίστηκαν ακόμη 100 ακόμη κομμουνιστές, ως αντίποινα για τον φόνο 2 μελών της γερμανικής Αστυνομίας. Στην τελευταία εκατόμβη περιλαμβάνονταν και 10 γυναίκες.
Έμπεδο θανάτου
Οι περισσότεροι εκτελούμενοι ήταν όμηροι, κρατούμενοι στο Χαϊδάρι. Από εκεί προέρχεται και η μία από τις 8 φωτογραφίες που δημοσιοποιήθηκαν σήμερα. Επρόκειτο για ένα συγκρότημα κτιρίων, που στην αρχή ήταν κοινή φυλακή των Γερμανών. Αλλά από τον Νοέμβριο του 1943 χαρακτηρίστηκε ως στρατόπεδο ομήρων.

Ναπολέων Σουκατζίδης, ο ήρωας
Τη διοίκησή του είχε αναλάβει ο τέως στρατοπεδάρχης Κιέβου, ταγματάρχης των Ες-Ες Ραμπόσκι.
Η ζωή των ομήρων ήταν πολύ σκληρή και τους ανέμενε ο θάνατος με πιθανότητες 50%.
Ως διερμηνέας χρησιμοποιείτο ο γερμανομαθής Ναπολέων Σουκατζίδης, σπουδαστής βετεράνος κρατούμενος από την εποχή της 4ης Αυγούστου.

Ο στρατοπεδάρχης Ραμπόσκι είχε συμπαθήσει τον Σουκατζίδη. Την τρομερή Πρωτομαγιά του 1944, όταν έγινε η κλήρωση των 200 ομήρων που θα τουφεκίζονταν, περιλήφθηκε και αυτός.
Ο Ραμπόσκυ τού πρότεινε να τον αντικαταστήσει με κάποιον άλλο, αλλά εκείνος αρνήθηκε.
Και βάδισε προς τον θάνατο.
Πληροφορίες από το:
–Γρηγοριάδης Νεοκλέους Σόλων (1973). Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974. Αθήνα: Καπόπουλος.











