Η πολεμική που ασκήθηκε στην ταινία «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή είναι πολεμική απέναντι και στο πρόσωπο του Καποδίστρια. Είχε συμβεί το ίδιο με παρόμοιο τρόπο – αν και όχι με την ίδια ζέση – όταν είχε προβληθεί η ταινία για τον Μέγα Αλέξανδρο. Εκεί, βεβαίως δεν πολεμήθηκε τόσο η ταινία, βρήκαν όμως πολλοί την ευκαιρία να χλευάσουν το πρόσωπο του Έλληνα στρατηλάτη.
Γράφει ο Δρ Δημήτριος Γκίκας, Φιλόλογος και Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας

Η άσκηση πολεμικής εναντίον τέτοιων ιστορικών ανδρών που, μέχρι και σήμερα, συνιστούν πρότυπα ηγεσίας και πολιτικής συμπεριφοράς, εξηγείται από την κυριαρχία ης αντίληψης του πολιτισμικού σχετικισμού, όπου τα πάντα θεωρούνται σχετικά και όπου οτιδήποτε υιοθετείται μαζικά θεωρείται σημαντικότερο από το θεωρητικά ορθό. Η αυστηρά εννοιολογική προσέγγιση, με όρους αμιγώς επιστημονικούς, κι όχι απλώς με όρους αλγοριθμικής ανάγνωσης, έχει περιοριστεί, καθώς σήμερα ο ανθρώπινος πολιτισμός ορίζεται στη βάση μιας τυχαιότητας, ενός μηδενιστικού τρόπου ζωής και μιας σολιψιστικής αντίληψης των πάντων. Απουσιάζει το στιβαρό αξιακό σύστημα που όχι μόνο νοηματοδοτεί την ανθρώπινη ύπαρξη, παρέχοντάς της πυξίδα και σκοπό, αλλά συνάμα εξυψώνει τα γεννήματα του ανθρώπου σε κάτι ανώτερο από τον «εαυτό», κάνοντάς τα μέρος μιας συλλογικής συνείδησης.
Τέτοια αξιακά συστήματα γεννήθηκαν στην Αρχαία Ελλάδα, όπως για παράδειγμα στην Αριστοτελική σκέψη, η οποία ορίζει την ηθική ως την επιλεγμένη συνήθεια που αναζητά το μέτρο, μέσα από τη σοφία και τη φρόνηση. Γεννήθηκε, επίσης από τον Χριστιανισμό, όπου η βασικότερη προτροπή για να γνωρίσεις τον θεό είναι η αγάπη προς τον πλησίον – άρα, η άρνηση του εγωιστικού τρόπου ζωής και η ένταξη σε μια εκκλησία, μια κοινωνία ανθρώπων με αρχές και στόχους. Τέτοιου είδους αξιακά συστήματα παρήγαγαν πολιτισμούς που διατηρήθηκαν επί αιώνες, μορφοποιώντας αντίστοιχα και την ανθρώπινη ιστορία. Στη βάση αυτής της ιστορικής διαδρομής, αναπτύχθηκαν όχι μόνο φιλοσοφικές/πολιτικές θεωρίες, αλλά και θεωρίες για την ηγεσία. Η ιστορία που εδράζεται σε αξιακά συστήματα αυτού του τύπου γεννά ηγέτες όπως ο Αλέξανδρος ή ο Σόλων ή ο Καποδίστριας, οι οποίοι θέτουν ως θεμέλιο της ηγεσίας τους το παράδειγμα (leading by example) και την εξυπηρέτηση του κοινού καλού (common good).
Στη σημερινή εποχή τέτοια πολιτισμικά και ιστορικά παραδείγματα μας φαίνονται ξένα, καθώς η τρέχουσα κουλτούρα είναι εντελώς αλλότρια. Έτσι, η φανατική απαξίωση των προτύπων αυτών καταντά μονόδρομος για μια διανόηση που έχει μάθει να πλοηγείται σ’ ένα πολιτιστικό σύμπαν όχι απλώς αχανές, αλλά ανούσιο και απόλυτα άσκοπο. Τίποτε δεν υπάρχει, κι αν υπάρχει δεν μπορώ να το γνωρίσω, κι αν το γνωρίσω δεν μπορώ να το διδάξω, για να θυμίσουμε τη θεμελιακή Γοργίεια φιλοσοφική αρχή του απόλυτου μηδενισμού. Καμία αίσθηση «κοινωνείν», καμία διάσταση ηθικής ευθύνης, καμία αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας. Τα πάντα δεν είναι κόσμος, δηλαδή κόσμημα, αλλά χάος, αταξία. Σ’ ένα σύμπαν χάους, μπορεί να ασκήσει ηγεσία και να διοικήσει, ν’ αποκτήσει δύναμη και να έχει λόγο ακόμα κι ο πιο άσχετος, ο πιο ανήθικος, ο πιο ιδιοτελής και εγωιστής. Το ψέμα αποκτά την ίδια βαρύτητα με την αλήθεια, η πειθώ καταντά όργανο επιβολής κι όχι προβολής του αντικειμενικά σωστού.
Στη σύγχρονη εποχή, ο πολιτισμικός σχετικισμός και ο διάχυτος μηδενισμός δεν εμφανίζονται ως τυχαία φαινόμενα, αλλά ως απόρροια μιας άναρχης τεχνολογικής ανάπτυξης που προηγήθηκε της ηθικής και φιλοσοφικής της επεξεργασίας. Τα Νέα Μέσα, θεμελιωμένα στην αλγοριθμική ανάλυση της συμπεριφοράς, δεν αναζητούν το αληθές ή το αγαθό, αλλά το αποδοτικό, το δημοφιλές, το «μετρήσιμο». Έτσι, η έννοια του σωστού και του λάθους μετατοπίζεται από το πεδίο της κριτικής σκέψης σε εκείνο της στατιστικής πιθανότητας. Όταν η αξία μιας ιδέας καθορίζεται από την απήχησή της και όχι από το περιεχόμενό της, η ηθική σχετικοποιείται και το νόημα αποδυναμώνεται. Ο άνθρωπος παύει να είναι φορέας κρίσης και μετατρέπεται σε δεδομένο, εγκλωβισμένος σε έναν ψηφιακό καθρέφτη που αντανακλά όχι αυτό που πρέπει να είναι, αλλά αυτό που αναπαράγεται ως αποδεκτό.
Το να ξαναγυρίσουμε στα νάματα της ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης και να ξαναγνωρίσουμε τα ιστορικά πρότυπα ηγεσίας που γέννησε κάποτε η δική μας πολιτισμική σφαίρα είναι ένα είδος «νόστου» για τον λαό μας που, όπως ο Οδυσσέας, όσα χρόνια κι αν πλανήθηκε στις θάλασσες του κόσμου, όσες συμφορές κι αν τον βρήκαν, όσες Σειρήνες και νύμφες κι αν τον δελέασαν, προσπαθώντας να τον κρατήσουν μακριά από την αγαπημένη του Ιθάκη, εκείνος ποθούσε να δει ακόμα και καπνό να βγαίνει από τα σπίτια του νησιού του κι ας πέθαινε (καπνὸν περ ἰέμενον νοῆσαι // ἧς γαίης, θανέειν ἱμείρεται). Οι λοιποί θα χαθούν, όπως οι ανόητοι σύντροφοι του Οδυσσέα που έφαγαν τα βόδια του Ήλιου – δηλαδή καταπάτησαν τον θείο νόμο και διέπραξαν ύβρι, παρακούοντας τις εντολές του ηγέτη τους που ήξερε ποιο είναι το σωστό…











