Κρείττον το σιγάν

27

Έχει επισημανθεί ξανά: Η ανθεκτικότητα των Συριζανέλ -το γεγονός ότι δεν έχουν σαρωθεί από την απογοήτευση και την οργή των ίδιων τους των ψηφοφόρων- δεν πηγάζει από τα πεπραγμένα τους. Ούτε βεβαίως από το ηθικό τους πλεονέκτημα.

Μα από τη θαυμαστή τους ικανότητα να διαμορφώνουν την ατζέντα της πολιτικής επικαιρότητας. Να ιεραρχούν κατά το συμφέρον τους τα προς συζήτησιν θέματα. Να διαλέγουν το γήπεδο. Το επαναλαμβανόμενο σφάλμα σύσσωμης σχεδόν της αντιπολίτευσης είναι ότι παρασύρεται και παίζει στο γήπεδο των Συριζανέλ.

Την εβδομάδα που μάς πέρασε, η ελληνική κοινή γνώμη παθιάστηκε με δύο ζητήματα τα οποία μονάχα σε χώρα που έχει ξεπεράσει προ πολλού τα δεινά της, σε επικράτεια ξένοιαστη, σχεδόν χαζοχαρούμενη, θα σήκωναν ντόρο.

Το πρώτο είχε να κάνει με τις εκδρομές των σχολείων εκτός συνόρων.

Ο υπουργός Παιδείας κύριος Γαβρόγλου εξέδωσε -αμφισβητούμενο πότε ακριβώς- μία απόφαση με αμφισβητούμενο περιεχόμενο. Το πνεύμα της, μέσες-άκρες, ήταν ότι οι οικονομικά ασθενέστεροι γονείς υποφέρουν, πως τα παιδιά τους τραυματίζονται ψυχικά, μην μπορώντας να αντεπεξέλθουν στα έξοδα μετάβασης και διαμονής στο εξωτερικό.

Το τί ακούστηκε ένθεν κακείθεν δεν περιγράφεται.

Τα μεν στελέχη και οι οπαδοί της κυβέρνησης εκόμισαν γλαύκαν αποκαλύπτοντες πως οι τσακαλοπαρέες των γυμνασίων και των λυκείων δεν ταξιδεύουν με κίνητρο την επιμόρφωση, το άνοιγμα των πνευματικών τους οριζόντων, την ανταλλαγή απόψεων με τους συνομηλίκους τους Γάλλους ή Ολλανδούς σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης. Αλλά ότι αντιθέτως “το ρίχνουν έξω”. Πως παμψηφεί θα προτιμούσαν οι έφηβοι να επισκεφθούν την Ντίσνεϋλαντ παρά το Λούβρο. Ο υφυπουργός κύριος Ζουράρις (με ύφος κρονόληρου, αποκλεισμένου λόγω ηλικίας από τις σαρκικές ηδονές) έφτασε να καταγγείλει τους νεαρούς εκδρομείς ότι επισκέπτονται οίκους απωλείας -μπουρδέλα-, όπως συνήθιζαν προ εξηκονταετίας οι συστρατιώτες του.

Και η αντιπολίτευση εντούτοις δεν φάνηκε λιγότερο ευτράπελη. Εγχώριοι κήρυκες του Διαφωτισμού και του Φιλελευθερισμού διείδαν συνωμοσία, μάντρωμα της νεολαίας μας εντός των στενών συνόρων, αποκλεισμό της από τα διεθνή τεκταινόμενα. “Αντί για πολίτες του κόσμου, θέλετε τα παιδιά μας υπηκόους της Ψωροκώσταινας!” ανέκραξαν. Κάποιος τους μάλιστα είχε φαεινή ιδέα: Να παροπλισθεί το πρωθυπουργικό αεροπλάνο -το ελληνικό “Air Force One”, τρομάρα μας- και τα έξοδά του να διανεμηθούν στους φτωχούς μαθητές για να συμμετέχουν στις εκδρομές.

Θα μας έπιαναν με τις κλωτσιές οι κάτοικοι χωρών που μαστίζονται από ανθρωπιστική -από οικονομική έστω- κρίση, εάν πληροφορούνταν τι ταλανίζει την χρεοκοπημένη Ελλάδα.

Πόσω δε μάλλον που υπάρχει πρακτική λύση. Κάθε ευρωβουλευτής δικαιούται να φιλοξενεί στις Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο, με έξοδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκατό πρόσωπα της επιλογής του τον χρόνο. Εκτός από δημοσιογράφους και πολιτικούς τους φίλους, ευχής έργον θα ήταν οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι μας να προσκαλούσαν και παιδιά από την ελληνική ύπαιθρο. Ο Θοδωρής Ζαγοράκης το κάνει ήδη με δική του πρωτοβουλία. Ας υποχρεωθούν οι υπόλοιποι ευρωβουλευτές της αντιπολίτευσης να τον μιμηθούν.

Διαβάστε επίσης:  Χανιά: Το όνομα του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη δόθηκε σε οδό

Το δεύτερο μαράζι μας ήταν η τετρασέλιδη συνέντευξη που παραχώρησε η σύντροφος του πρωθυπουργού. Κάθε της φράση -κάθε λέξη της σχεδόν- σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως. Φωτίστηκε, μεγεθύνθηκε, ερμηνεύθηκε. Πλάι στους Σολωμιστές και στους Καβαφιστές, δεήσαμε να καμαρώσουμε, ανατέλλοντος του 2018, και τους Μπαζιανιστές.

Για σταθείτε! Αποτελεί η -συμπαθής στην όψη- Περιστέρα δημόσιο πρόσωπο; Διαθέτει θεσμικό ρόλο, όπως η σύζυγος του εκάστοτε Αμερικανού προέδρου, που επιφορτίζεται με κάθε επισημότητα με τα καθήκοντα της Πρώτης Κυρίας; Έχει διακριθεί για την επίδοσή της στην επιστήμη ή στην τέχνη, για την κοινωνική της προσφορά;

Μια απλή πολίτις είναι δίχως αξιώματα, χωρίς προσωπικό βεληνεκές, η οποία μοιράζεται απλώς τράπεζα και κλίνη με τον νυν πρωθυπουργό. Τα όσα δήλωσε θα έπρεπε να μας αφήσουν παγερά αδιάφορους εφόσον -συν τοις άλλοις- δεν διέθεταν την παραμικρή εμβρίθεια είτε πρωτοτυπία. Δεν ήταν καν κατ’ ελάχιστον πνευματώδη.

Όμως όχι. Το Μέγαρο Μαξίμου αποφάσισε να βγάλει την κυρία Μπαζιάνα από τη φαρέτρα του και να την εκτοξεύσει ως άφθαρτο βέλος επί δικαίων και αδίκων. Και η αντιπολίτευση των media και των social media αντί να την αγνοήσει επιδεικτικά -“λυπούμαστε αλλά δεν μας περισσεύει χρόνος για να ασχοληθούμε μαζί της”- κατάπιε αμάσητο το δόλωμα και ξόδεψε δυο μέρες επιχειρώντας να αποδομήσει τον μπαζιάνειο λόγο. (Το “Ποτάμι” έφτασε να εκδώσει μακροσκελή επίσημη ανακοίνωση.) Βεβαίως και τα κατάφερε, σιγά το δύσκολο. Χαμένος κόπος ήταν ωστόσο. Πύρρειος νίκη.

Υπάρχουν ανοιχτά ζητήματα, κρίσιμα διακυβεύματα για την Ελλάδα και για τους Έλληνες; Προφανώς. Είναι μάλιστα περιπεπλεγμένα και ακανθώδη. Έχει η αντιπολίτευση -μείζων και έλασσων- τις δικές της προτάσεις, τον δικό της μπούσουλα, πυξίδα, ώστε να βγούμε από τον λαβύρινθο; Θέλω να το πιστεύω. Γιατί συνεπώς πέφτει, καθημερινά σχεδόν, θύμα της επιχείρησης αποπροσανατολισμού που εφαρμόζουν με δεξιοτεχνία οι Συριζανέλ; Γιατί αστοχεί να επιβάλει τη δική της ατζέντα; Να τερματίσει την ασημαντολογία; Να στρέψει τον διάλογο στα ουσιώδη;

Αν είναι να εκτονωνόμαστε -και να εξαντλούμαστε- διυλίζοντας τη μια τον κώνωπα του Γαβρόγλου και την επομένη της Μπαζιάνα, ασχολούμενοι πότε με τις σαγιονάρες του Κατρούγκαλου και πότε με τις μαντινάδες του Πολάκη, τότε καλύτερα να σιωπήσουμε. Κρείττον -και πιο αποτελεσματικό- το σιγάν.

πηγη: gianniotis