Κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη, τέθηκαν ζητήματα που αφορούν τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες για τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα, τις εξελίξεις γύρω από τις αγροτικές κινητοποιήσεις, τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου υπό τον Πρωθυπουργό την Τρίτη, το Υπερταμείο και τις σχετικές δηλώσεις του Κυριάκου Πιερρακάκη, καθώς και τη σημαντική αύξηση –κατά 140% μέσα σε τέσσερα χρόνια– των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού για την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών.
Κατά τη διάρκεια των ερωτήσεων, κυριάρχησαν θέματα που αφορούσαν τη δράση της ΕΛΑΣ και τα ζητήματα ασφάλειας λόγω της παρουσίας αγροτικών οχημάτων στους δρόμους, την υπόθεση Ανεστίδη, αλλά και πρόσφατη ανάρτηση της Μαρίας Καρυστιανού.
Αναφερόμενος στην πρόσφατη επίσκεψη του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στα Ιεροσόλυμα, ο κ. Μαρινάκης τόνισε τη στρατηγική σημασία της σχέσης Ελλάδας – Ισραήλ. Σχετικά με τη συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον Πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς, υπενθύμισε «τη διαχρονική ελληνική θέση υπέρ της πολιτικής λύσης του Παλαιστινιακού και της προώθησης της λύσης των δύο κρατών».
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ξεκαθάρισε ότι «δεν αποτελεί αρμοδιότητα κανενός πολίτη το άνοιγμα και το κλείσιμο διοδίων», υπενθυμίζοντας ότι η χώρα έχει πληρώσει ακριβά τις πρακτικές κινημάτων τύπου «δεν πληρώνω». Όπως τόνισε, «η κυβέρνηση στέκεται στο πλευρό των αγροτών, ωστόσο δεν πρόκειται να ηρωοποιήσει συμπεριφορές που συνιστούν ποινικά ελεγχόμενες πράξεις. Δεν θέλουμε να ξαναζήσουμε το ίδιο έργο». Παράλληλα επισήμανε ότι όσοι θεωρούν το άνοιγμα διοδίων «πράξη ακτιβισμού ή ηρωισμού δεν επιβαρύνονται οι ίδιοι οικονομικά», ενώ το κόστος μετακυλίεται στην κοινωνία, και για αυτό η ΕΛΑΣ προχωρά σε ταυτοποιήσεις των εμπλεκομένων.
Σε ερωτήσεις για την παρουσία της Αστυνομίας στα μπλόκα, ο κ. Μαρινάκης υπογράμμισε ότι η ΕΛΑΣ «δεν βρίσκεται εκεί για να κλείνει δρόμους, αλλά για να αποτρέψει την κλιμάκωση των κινητοποιήσεων και να διαχειριστεί πιθανά προβλήματα. Τα παραμύθια είναι ωραία τα Χριστούγεννα». Αναφέρθηκε επίσης σε ζητήματα οδικής ασφάλειας, επισημαίνοντας ότι «δρόμοι στους οποίους το ένα τρίτο του οδοστρώματος καταλαμβάνεται από σταθμευμένα τρακτέρ δεν είναι ασφαλείς» και ότι η Τροχαία παρακολουθεί την κατάσταση, προειδοποιώντας ότι η υπομονή των πολιτών εξαντλείται. Παράλληλα, τόνισε ότι ο διάλογος με τους αγρότες πρέπει να συνεχιστεί, «με στόχο την πρόοδο», ενώ επανέλαβε ότι τα όρια που έχει θέσει η κυβέρνηση παραμένουν.
Σχετικά με ενδεχόμενη συνάντηση με εκπροσώπους 32 μπλόκων, ο κ. Μαρινάκης διευκρίνισε ότι στόχος είναι «η συνάντηση με μια αντιπροσωπεία που θα εκπροσωπεί το σύνολο των αγροτών». Υπενθύμισε ότι «ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Κώστας Τσιάρας, έχει μιλήσει για υλοποίηση της συντριπτικής πλειονότητας των αιτημάτων», ενώ ξεκαθάρισε ότι «δεν μπορεί να υπάρξει αστυνομική επιχείρηση για την απομάκρυνση χιλιάδων τρακτέρ» και ότι «είναι ευθύνη των αγροτών να αντιληφθούν ότι δεν μπορεί να ταλαιπωρείται η κοινωνία».
Αναφορικά με ελέγχους και διώξεις, τόνισε ότι «αυτοί δεν διενεργούνται από την κυβέρνηση αλλά από την Οικονομική Αστυνομία», με σαφή πολιτική εντολή «να επιστραφούν τα χρήματα όπου έχουν διαπιστωθεί παρατυπίες». Παράλληλα, επισήμανε ότι «στις κινητοποιήσεις παρεισφρέουν πρόσωπα για τα οποία το πάρτι τελείωσε», αναφερόμενος χαρακτηριστικά στη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ. Καταλόγισε δε προβληματική και επιζήμια στάση στην αντιπολίτευση, ειδικά στο ΠΑΣΟΚ: «Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι τα ίδια κόμματα που κατηγορούν την κυβέρνηση για καθυστερήσεις στις πληρωμές, αρνούνται να ψηφίσουν τη σχετική τροπολογία».
Σχετικά με τον αγροτοσυνδικαλιστή Κώστα Ανεστίδη, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε ότι «δεν υπάρχει καμία εκδικητική διάθεση» και πως «εφόσον ο ίδιος δηλώνει ότι δεν έχει να φοβηθεί κάτι, αυτό θα αποδειχθεί από την πορεία των ελέγχων. Το κράτος λειτουργεί και κάθε Αρχή κάνει τη δουλειά της». Τέλος, για την ανάρτηση της Μαρίας Καρυστιανού ξεκαθάρισε ότι «δεν υφίσταται καμία έννοια ακαταδίωκτου», εξηγώντας ότι ο νόμος αφορά μόνο «συγκεκριμένα αδικήματα εξ αμελείας και όχι εκ δόλου» και ότι «δεν μπορούμε να ζητάμε ασυλία για κάποιους, ενώ απαιτούμε να μην ισχύει για άλλους».











