Η πολιτική συχνά κρίνεται όχι μόνο από όσα πραγματοποιούνται, αλλά και από όσα ματαιώνονται. Η ακύρωση της συνάντησης του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Μια συνάντηση που δεν έγινε, αφήνει πίσω της ερωτήματα, συμβολισμούς και σκιές που βαραίνουν τις ήδη εύθραυστες ισορροπίες στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Του Δημήτρη Τζιβελέκη

Από τη μία, η επίσημη επιχειρηματολογία αποδίδει την ακύρωση σε συγκυριακούς λόγους, σε «αδυναμία συντονισμού προγραμμάτων». Ωστόσο, όλοι γνωρίζουν ότι τέτοιες συναντήσεις δεν είναι τυπικά ραντεβού, αποτελούν κορυφαίες πολιτικές πράξεις με ισχυρή προεργασία και σαφές πολιτικό βάρος. Το γεγονός ότι δεν πραγματοποιήθηκε, δείχνει ότι κάτι άλλο δεν λειτούργησε.
Η Ελλάδα, σε μια περίοδο που αντιμετωπίζει πολλαπλά μέτωπα — από την ακρίβεια και τις φυσικές καταστροφές μέχρι το δημογραφικό αδιέξοδο — χρειάζεται σταθερότητα και ψύχραιμο χειρισμό στα εθνικά της θέματα. Η Τουρκία, από την άλλη, συνεχίζει την τακτική της έντασης, είτε μέσω ρητορικής είτε μέσω κινήσεων στο πεδίο. Η απουσία διαλόγου δεν λύνει προβλήματα, αντιθέτως τα αφήνει να λιμνάζουν και να διογκώνονται.
Η συνάντηση που δεν έγινε, επομένως, είναι ένα χαμένο βήμα, όχι μόνο σε επίπεδο διπλωματίας, αλλά και σε επίπεδο συμβολισμού. Σε μια εποχή που οι διεθνείς συμμαχίες αναδιατάσσονται και οι ισορροπίες μεταβάλλονται με ταχύτητα, η έλλειψη διαύλων επικοινωνίας φαντάζει πολυτέλεια που δεν μπορεί να αντέξει η χώρα μας.
Το ερώτημα που μένει είναι διπλό: έχει η ελληνική πλευρά στρατηγικό σχέδιο για τη διαχείριση των σχέσεων με την Τουρκία; Και, κυρίως, έχει το πολιτικό θάρρος να το εφαρμόσει, ακόμη κι όταν αυτό συνεπάγεται δύσκολες συζητήσεις και ανεπιθύμητες φωτογραφίες;
Η διπλωματία, εξάλλου, δεν είναι μόνο οι συμφωνίες που επιτυγχάνονται. Είναι και οι συναντήσεις που, παρά τις αντιθέσεις, κατορθώνουν να γίνονται. Γιατί η πραγματική απειλή δεν είναι μια δύσκολη συνομιλία, είναι η σιωπή.











