Αν οι εθνικές εκλογές διεξάγονταν σήμερα, με βάση τα δεδομένα που διαμορφώνονται στη δημόσια σφαίρα και τις δημοσκοπικές τάσεις των τελευταίων μηνών, η Νέα Δημοκρατία θα εξακολουθούσε να αποτελεί την κυρίαρχη πολιτική δύναμη του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Ακόμη και σε ένα σενάριο όπου θα κατέγραφε σημαντικές απώλειες σε σχέση με τις επιδόσεις του 2023, είναι πολύ πιθανό να διατηρούσε την πρώτη θέση με διαφορά από το δεύτερο κόμμα. Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα, όμως, δεν είναι ποιος θα αναδειχθεί πρώτος, αλλά αν μπορεί να σχηματιστεί βιώσιμη κυβέρνηση χωρίς τη συμμετοχή του πρώτου κόμματος.

Η απάντηση, με τα σημερινά δεδομένα, φαίνεται να είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Το ελληνικό πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από έντονο κατακερματισμό. Η αντιπολίτευση εμφανίζεται πολυδιασπασμένη, με ιδεολογικές διαφοροποιήσεις, διαφορετικές πολιτικές προτεραιότητες και, κυρίως, έλλειψη κοινού κυβερνητικού αφηγήματος. Δεν αρκεί η αριθμητική πρόσθεση των ποσοστών των κομμάτων για να δημιουργηθεί μια κυβέρνηση. Απαιτείται πολιτική εμπιστοσύνη, προγραμματική συμφωνία, κοινός στρατηγικός προσανατολισμός και διάθεση συμβιβασμών. Αυτά τα στοιχεία, προς το παρόν, δεν φαίνεται να υπάρχουν στον απαιτούμενο βαθμό.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν επενδύσει περισσότερο στη μεταξύ τους διαφοροποίηση παρά στη διαμόρφωση ενός κοινού μετώπου εξουσίας. Οι δημόσιες αντιπαραθέσεις, οι αμοιβαίες κατηγορίες και οι αποκλίσεις σε κρίσιμα ζητήματα –από την οικονομική πολιτική μέχρι τα εθνικά θέματα και τη μεταναστευτική πολιτική– δυσκολεύουν σημαντικά την προοπτική μιας σταθερής κυβερνητικής συνεργασίας.
Παράλληλα, το εκλογικό σώμα εξακολουθεί να αναζητά, πέρα από την πολιτική αλλαγή, και την κυβερνητική σταθερότητα. Η εμπειρία της οικονομικής κρίσης, των διαδοχικών εκλογικών αναμετρήσεων και των περιόδων αβεβαιότητας έχει ενισχύσει την αντίληψη ότι μια κυβέρνηση πρέπει να μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις και να ολοκληρώνει τη θητεία της. Έτσι, ακόμη και ψηφοφόροι που ασκούν έντονη κριτική στην κυβέρνηση, δεν είναι βέβαιο ότι θεωρούν μια ετερόκλητη πολυκομματική συμμαχία ως ασφαλέστερη εναλλακτική.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Νέα Δημοκρατία δεν αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις. Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα, τα προβλήματα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, η λειτουργία του κράτους, αλλά και ζητήματα που αφορούν τη θεσμική λειτουργία και τη λογοδοσία, έχουν προκαλέσει φθορά στην κυβέρνηση. Η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι υπαρκτή και σε αρκετές περιπτώσεις έντονη. Ωστόσο, η φθορά μιας κυβέρνησης δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ενίσχυση της αντιπολίτευσης, ιδιαίτερα όταν αυτή δεν έχει πείσει ότι διαθέτει ολοκληρωμένη πρόταση διακυβέρνησης.
Η ιστορία των εκλογών στην Ελλάδα έχει αποδείξει πολλές φορές ότι οι πολίτες δεν ψηφίζουν μόνο για να αποδοκιμάσουν μια κυβέρνηση, αλλά και για να επιλέξουν ποιος μπορεί να κυβερνήσει την επόμενη ημέρα. Όταν η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα παραμένει ασαφής, το πρώτο κόμμα διατηρεί σημαντικό πλεονέκτημα, ακόμη και αν υφίσταται πολιτική φθορά.
Θεωρητικά, ένα κυβερνητικό σχήμα χωρίς τη συμμετοχή της Νέας Δημοκρατίας θα μπορούσε να προκύψει μόνο μέσα από μια ευρεία συνεργασία κομμάτων που σήμερα εμφανίζουν σημαντικές πολιτικές και ιδεολογικές αποστάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα απαιτούσε σημαντικές υποχωρήσεις από όλες τις πλευρές, κοινό πρόγραμμα διακυβέρνησης και, κυρίως, ισχυρή πολιτική βούληση να υπερβούν τις μέχρι σήμερα αντιπαραθέσεις τους. Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι μια τέτοια σύγκλιση βρίσκεται κοντά.
Επιπλέον, η πολιτική εμπειρία δείχνει ότι οι κυβερνήσεις συνεργασίας δεν κρίνονται μόνο από τη δυνατότητα σχηματισμού τους, αλλά και από τη δυνατότητα διατήρησης της συνοχής τους. Όσο περισσότερα κόμματα συμμετέχουν σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος εσωτερικών συγκρούσεων και πολιτικής αστάθειας, ιδιαίτερα σε περιόδους διεθνών κρίσεων ή δύσκολων οικονομικών αποφάσεων.
Συνεπώς, αν οι κάλπες στήνονταν σήμερα, η πιθανότερη εξέλιξη θα ήταν η Νέα Δημοκρατία να αναδειχθεί και πάλι πρώτο κόμμα. Το κρίσιμο ζήτημα δεν θα ήταν μόνο το εκλογικό της ποσοστό, αλλά το κατά πόσο κάποιο άλλο πολιτικό μπλοκ θα μπορούσε να συγκεντρώσει τις απαραίτητες κοινοβουλευτικές δυνάμεις και, κυρίως, την αναγκαία πολιτική συνοχή για να κυβερνήσει. Με τα σημερινά δεδομένα, ένα τέτοιο ενδεχόμενο μοιάζει περισσότερο θεωρητικά εφικτό παρά πολιτικά πιθανό.
Η ελληνική πολιτική σκηνή εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από ένα βασικό παράδοξο. Η κυβέρνηση μπορεί να εμφανίζει σημάδια φθοράς, όμως η αντιπολίτευση δεν έχει ακόμη καταφέρει να διαμορφώσει μια πειστική και ενιαία εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Μέχρι να αλλάξει αυτή η ισορροπία, η προοπτική σχηματισμού κυβέρνησης χωρίς τη συμμετοχή της Νέας Δημοκρατίας παραμένει περιορισμένη, όχι επειδή δεν το επιτρέπει η αριθμητική των εδρών, αλλά επειδή δεν το ευνοούν οι σημερινοί πολιτικοί συσχετισμοί και οι σχέσεις μεταξύ των κομμάτων.











