Μια ενδιαφέρουσα πτυχή της ταινίας «Καποδίστριας» έχει ξεδιπλωθεί, αναφορικά με το αν τελικά ο πρώτος Κυβερνήτης του νεόκοπου Ελληνικού κράτους έκανε καλά που συγκρούστηκε με τα τοπικά «συμβούλια» και πρόκρινε ισχυρή συγκεντρωτική εξουσία.
Γράφει ο Δρ Δημήτρης Γκίκας*

Σε πολύ γενικές γραμμές η κρατική συγκρότηση κυριολεκτικά από το μηδέν και οι ανάγκες για ενιαία διοίκηση, κανόνες, εξασφάλιση απρόσκοπτης δημοσιονομικής/φορολογικής λειτουργίας και ομαλότητας αποδεικνύουν ότι το σκεπτικό του Καποδίστρια υπήρξε όχι απλώς ορθό, αλλά και θεμελιώδες για να δημιουργηθεί σοβαρό κράτος την εποχή εκείνη. Η δημιουργία κεντρικής διοίκησης (ιεραρχία, υπηρεσίες, διαδικασίες) ήταν προϋπόθεση για να λειτουργήσει οτιδήποτε (δικαιοσύνη, εφοδιασμός, ασφάλεια, δημόσια έργα). Υπό την έποψη αυτή, ο Καποδίστριας εμφανίζεται ως το πρώτο μεγάλο «άλμα» προς ένα σύγχρονο διοικητικό κράτος, με έντονη κεντρική καθοδήγηση.
Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο, το οποίο πολλοί δεν γνωρίζουν, είναι πως η δημιουργία ισχυρού κέντρου εξουσίας υπήρξε αναγκαίο στοιχείο στην εξασφάλιση, μέσω της διπλωματίας της εποχής, διεθνούς νομιμοποίησης του κράτους, παρέχοντας μάλιστα και διαπραγματευτική ισχύ στην προσπάθεια του Καποδίστρια να διευρύνει, καταρχήν, τα σύνορα και, κατόπιν, να διασφαλίσει πλεονέκτημα στη διεθνή σκηνή.
Στην ταινία τονίστηκε ιδιαίτερα, εξ όσων έγινε αντιληπτό, το γεγονός ότι τα «τοπικά δίκτυα» δεν ισοδυναμούσαν πάντα με συμμετοχικές διαδικασίες, ενώ συνήθως λειτουργούσαν ως πελατειακά δίκτυα, συχνά ερχόμενα σε ανταγωνισμό μεταξύ τους (εξ ου και οι εμφύλιες ρήξεις), ενώ υπήρχαν φορές που οι πρόκριτοι και οι κοτζαμπάσηδες, εκπροσωπώντας μονάχα την πάρτη τους, προκάλεσαν περισσότερα δεινά στους Έλληνες, παρά τους προστάτεψαν. Μάλιστα, τα δίκτυα αυτά τελικά επικράτησαν μετά τον θάνατο του Καποδίστρια, διαμορφώνοντας ένα πολιτικό σκηνικό που δεν διαφέρει και πολύ από το σήμερα: διαφθορά πολιτικών αξιωματούχων, λογικές αναξιοκρατίας, ρουσφετολογία κ.ο.κ. Προφανέστατα, ο Καποδίστριας προσπάθησε να διαλύσει αυτή την «πολιτική» γάγγραινα, προκαλώντας το μίσος όχι μόνο των παλαιών τοπικών δικτύων – που λειτουργούσαν ως ανεξάρτητα «χαλιφάτα» – αλλά και τη γενικότερη δυσπιστία των ξένων, οι οποίοι – σημειώστε το αυτό – διέβλεπαν πίσω από την επιμονή του Καποδίστρια την προσπάθεια όχι απλώς να διασφαλίσει την επιβίωση ενός μικρού, ασήμαντου κράτους, αλλά να διεκδικήσει σε βάθος χρόνου μια ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ, ΚΥΡΙΑΡΧΗ ΘΕΣΗ, που προσομοίαζε με εκείνη της πάλαι ποτέ ένδοξης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Τι θα μπορούσε να γίνει, λοιπόν η Ελλάδα και τι τελικά κατάντησε είναι από αυτά που θα πρέπει να μας προβληματίσουν, με αφορμή την ταινία του Σμαραγδή.
*Ο Δρ Δημήτριος Γκίκας, είναι εκπαιδευτικός, με σπουδές στους τομείς της Θεολογίας και Θρησκειολογίας, της Φιλοσοφίας και Ιστορίας. Είναι διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας του Ιόνιου Πανεπιστημίου. Είναι, επίσης συγγραφέας πολλών βιβλίων, αρθρογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός.











