«Ο λαϊκισμός είναι η τέχνη να μετατρέπεις τα δύσκολα προβλήματα σε εύκολα συνθήματα». Ίσως καμία άλλη φράση δεν περιγράφει καλύτερα μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις των σύγχρονων δημοκρατιών.

Στην ουσία μιλάμε για έναν τρόπο αντίληψης της πολιτικής που υπόσχεται βεβαιότητες εκεί όπου υπάρχουν αμφιβολίες, προσφέρει εύκολους ενόχους αντί για δύσκολες εξηγήσεις και μετατρέπει την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας σε ένα δίπολο «λαός εναντίον ελίτ».
Κι όμως, η ανησυχία για τη δημαγωγία δεν είναι καινούργια.
Πριν από σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια, ο Αριστοτέλης, στα Πολιτικά, παρατηρούσε ότι κάθε πολίτευμα μπορεί να εκφυλιστεί όταν η επιδίωξη του κοινού συμφέροντος αντικατασταθεί από την εξυπηρέτηση επιμέρους συμφερόντων. Για τον Αριστοτέλη, η δημοκρατία δεν ήταν προβληματική επειδή κυβερνούσε ο λαός, αλλά επειδή μπορούσε να μετατραπεί σε δημαγωγία όταν οι ηγέτες έπαυαν να καθοδηγούν τους πολίτες με τη λογική και άρχιζαν να κολακεύουν τα πάθη τους. Η πολιτική αρετή, πίστευε, δεν βρίσκεται στην ικανότητα να λες όσα θέλει να ακούσει το πλήθος, αλλά στο θάρρος να υπηρετείς το κοινό καλό ακόμη και όταν αυτό έχει πολιτικό κόστος.
Αιώνες αργότερα, ο Αλέξις ντε Τοκβίλ, μελετώντας τη νεαρή αμερικανική δημοκρατία στο έργο Η Δημοκρατία στην Αμερική, εντόπισε έναν διαφορετικό κίνδυνο. Δεν φοβόταν τόσο την τυραννία ενός μονάρχη όσο την «τυραννία της πλειοψηφίας». Όταν η πλειοψηφία θεωρεί ότι κατέχει αποκλειστικά την αλήθεια, οι θεσμοί αποδυναμώνονται, οι μειοψηφικές απόψεις περιθωριοποιούνται και η δημόσια συζήτηση φτωχαίνει. Η δημοκρατία, προειδοποιούσε, δεν είναι μόνο η κυριαρχία της πλειοψηφίας, αλλά πρωτίστως είναι η προστασία των ελευθεριών, των θεσμικών αντίβαρων και της πολυφωνίας.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Μαξ Βέμπερ προσέθεσε μια ακόμη διάσταση. Διέκρινε τη διαφορά ανάμεσα στην «ηθική της πεποίθησης» και στην «ηθική της ευθύνης». Ο πολιτικός που καθοδηγείται αποκλειστικά από τις πεποιθήσεις του μπορεί να υπόσχεται τα πάντα χωρίς να λογαριάζει τις συνέπειες. Αντίθετα, ο υπεύθυνος πολιτικός αναλαμβάνει το βάρος των αποφάσεών του, γνωρίζοντας ότι η διακυβέρνηση δεν είναι άσκηση ιδεολογικής καθαρότητας αλλά διαχείριση πραγματικών προβλημάτων με πραγματικό κόστος. Η διάκριση αυτή παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Ο λαϊκιστής υπόσχεται. Ο υπεύθυνος πολιτικός υπολογίζει τις συνέπειες.
Σήμερα, οι προειδοποιήσεις αυτών των στοχαστών αποκτούν νέα σημασία. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία διέρχεται μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης. Οι πολίτες αισθάνονται ότι τα πολιτικά κόμματα δεν τους εκπροσωπούν, ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από την κοινωνία και ότι οι θεσμοί αδυνατούν να δώσουν πειστικές απαντήσεις στις προκλήσεις της εποχής όπως οι οικονομικές ανισότητες, το δημογραφικό, οι μεταναστευτικές πιέσεις, η τεχνολογική επανάσταση, η κλιματική κρίση και οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις.
Μέσα σε αυτό το κλίμα δυσπιστίας, ο λαϊκισμός ανθεί. Όχι επειδή διαθέτει καλύτερες λύσεις, αλλά επειδή προσφέρει ευκολότερες εξηγήσεις. Εκεί όπου η πραγματικότητα απαιτεί σύνθετες πολιτικές, αυτός προσφέρει έναν ένοχο. Εκεί όπου χρειάζονται συμβιβασμοί, υπόσχεται απόλυτες νίκες. Εκεί όπου απαιτείται υπομονή, υπόσχεται άμεσα αποτελέσματα.
Η ψηφιακή εποχή ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή την τάση. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιβραβεύουν το σύνθημα περισσότερο από το επιχείρημα, τη συναισθηματική φόρτιση περισσότερο από την τεκμηρίωση και την πόλωση περισσότερο από τον διάλογο. Η πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια διαρκή μάχη εντυπώσεων, όπου η αλήθεια μετριέται με «likes», κοινοποιήσεις και αλγοριθμική απήχηση.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η δημοκρατία έχει αποτύχει. Σημαίνει ότι καλείται να ανανεωθεί. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν μπορεί να επιβιώσει μόνο χάρη στις εκλογές. Χρειάζεται θεσμούς που λογοδοτούν, πολιτικούς που εξηγούν αντί να κολακεύουν, πολίτες που συμμετέχουν στην πολιτική και μια δημόσια σφαίρα όπου ο διάλογος υπερισχύει της κραυγής.
Ο Αριστοτέλης θα μας υπενθύμιζε ότι σκοπός της πολιτικής είναι το κοινό καλό. Ο Τοκβίλ ότι η ελευθερία προϋποθέτει ισχυρούς θεσμούς και ενεργούς πολίτες. Ο Βέμπερ ότι η εξουσία χωρίς αίσθηση ευθύνης οδηγεί στην ανευθυνότητα, ακόμη κι όταν ντύνεται με τον μανδύα της λαϊκής βούλησης.
Η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο από όσους την πολεμούν ανοιχτά. Απειλείται και από όσους την απλουστεύουν. Γιατί όταν τα δύσκολα προβλήματα μετατρέπονται σε εύκολα συνθήματα, η πολιτική παύει να είναι τέχνη διακυβέρνησης και γίνεται τέχνη εξαπάτησης.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο δίδαγμα που μας κληροδότησαν οι μεγάλοι πολιτικοί στοχαστές. Η δημοκρατία δεν επιβιώνει χάρη στις υποσχέσεις. Επιβιώνει χάρη στην ευθύνη, στη γνώση, στην αυτοσυγκράτηση και στην ικανότητα μιας κοινωνίας να προτιμά τις δύσκολες αλήθειες από τα εύκολα ψέματα.









