Η πολιτική δεν κρίνεται μόνο στις στιγμές της επίθεσης, αλλά κυρίως στις στιγμές της υπαναχώρησης. Και σήμερα ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται ακριβώς μπροστά στο δίλημμα, πώς να βγει από το ιρανικό αδιέξοδο χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχωρεί.

Η μέχρι τώρα στάση του Αμερικανού προέδρου χαρακτηρίστηκε από τη γνώριμη συνταγή της ισχύος. Δηλαδή, σκληρές δηλώσεις, απειλές, επίδειξη στρατιωτικής ετοιμότητας και υψηλοί τόνοι απέναντι στην Τεχεράνη. Όμως η πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής έχει αποδείξει πολλές φορές ότι οι κρίσεις δεν λύνονται με επικοινωνιακά τελεσίγραφα.
Σήμερα, πίσω από τη ρητορική πυγμής, διακρίνεται καθαρά μια προσπάθεια αναδίπλωσης. Ο Τραμπ φαίνεται να αναζητεί έναν δρόμο εξόδου, μεταφέροντας το βάρος στους συμμάχους της Ουάσιγκτον και ζητώντας έναν «ενιαίο δυτικό λόγο». Πρόκειται για μια γνώριμη μέθοδο, όταν η αμερικανική πρωτοβουλία βρίσκεται σε αδιέξοδο, η ευθύνη μοιράζεται, ώστε το πολιτικό κόστος να διαχυθεί.
Η Ευρώπη και οι παραδοσιακοί εταίροι των Ηνωμένων Πολιτειών καλούνται τώρα να στηρίξουν μια γραμμή την οποία δεν διαμόρφωσαν οι ίδιοι. Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον μοιάζει να λέει: «το μέτωπο άνοιξε, τώρα η Δύση πρέπει να το διαχειριστεί συλλογικά».
Όμως εδώ βρίσκεται και η ουσία του προβλήματος. Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί ως παιχνίδι μεταβίβασης ευθυνών. Όταν η στρατηγική ξεκινά μονομερώς, δύσκολα μπορεί στη συνέχεια να μετατραπεί σε συλλογικό σχέδιο χωρίς τριγμούς. Η Ευρώπη, που συχνά βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες των κρίσεων της Μέσης Ανατολής — ενεργειακές, προσφυγικές, γεωπολιτικές — έχει κάθε λόγο να εμφανίζεται επιφυλακτική.
Πέρα όμως από τη διεθνή διάσταση, υπάρχει και η εσωτερική πολιτική πραγματικότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Τραμπ είχε επενδύσει πολιτικά στην εικόνα του ηγέτη που θα απέφευγε τις μακροχρόνιες στρατιωτικές περιπέτειες. Η αμερικανική κοινωνία παραμένει κουρασμένη από τις πληγές του Ιράκ και του Αφγανιστάν. Μια νέα, ανοιχτή σύγκρουση με το Ιράν θα ερχόταν σε αντίθεση με το αφήγημα του «τέλους των ατελείωτων πολέμων».
Αυτό ακριβώς εξηγεί την αντιφατικότητα των τελευταίων κινήσεων. Από τη μία πλευρά η επιθετική γλώσσα, από την άλλη η σαφής αναζήτηση διπλωματικής εξόδου.
Η αλήθεια είναι ότι ο Τραμπ δεν αναζητεί μόνο μια στρατηγική λύση. Αναζητεί κυρίως μια πολιτική αφήγηση διάσωσης. Θέλει να εμφανιστεί ως ηγέτης που πίεσε, επέβαλε όρους και οδήγησε σε αποκλιμάκωση, χωρίς να καταγραφεί ότι έκανε πίσω.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει αμείλικτο: μπορεί να υπάρξει έξοδος χωρίς κόστος όταν η ίδια η κρίση οικοδομήθηκε πάνω στη λογική της κλιμάκωσης;
Η ιστορία σπάνια επιτρέπει ανώδυνες αποχωρήσεις.











