Το τελευταίο διάστημα, μια ιστορία που διαδόθηκε ευρέως επανέφερε στο προσκήνιο ένα υπαρκτό φαινόμενο της σύγχρονης αγοράς εργασίας. Μια απόφοιτη για υποψήφια εργαζόμενη ανέφερε ότι υπέβαλε περίπου 400 αιτήσεις για εργασία και έλαβε μόλις τρεις προσκλήσεις για συνέντευξη. Η ίδια απέδωσε αυτή την εμπειρία κυρίως στη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης στις διαδικασίες πρόσληψης, υποστηρίζοντας ότι τα αυτοματοποιημένα συστήματα απορρίπτουν μαζικά υποψηφίους πριν καν εξεταστούν από στελέχη των επιχειρήσεων.
Γράφει ο Δρ Δημήτριος Γκίκας, Φιλόλογος και Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας

Η αφήγηση αυτή βρήκε τεράστια απήχηση, γιατί αγγίζει μια πραγματική κατάσταση, την οποία έχουν αντιμετωπίσει πολύ συχνά όσοι αναζητούν δουλειά στην εποχή μας. Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια αυξανόμενη αυτοματοποίηση των διαδικασιών επιλογής προσωπικού. Πολλές εταιρείες, δηλαδή χρησιμοποιούν συστήματα διαχείρισης αιτήσεων (ATS), τα οποία φιλτράρουν βιογραφικά βάσει λέξεων-κλειδιών και βασικών κριτηρίων. Η απόδοση ευθυνών στην Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ) μοιάζει βάσιμη, καθώς σε πολλούς πλέον τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, η συνεχής χρήση της είναι αναμφισβήτητο γεγονός, το οποίο, μοιραία, ανοίγει τεράστια ζητήματα, όχι μόνο αμιγώς τεχνικής, αλλά και ηθικής φύσεως.
Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας συχνά εγκαλείται, εδώ και πολλές δεκαετίες, για τον ρόλο της σε αντίστοιχες ραγδαίες μεταβολές στην ανθρώπινη ζωή και δραστηριότητα. Οι άνθρωποι διακατέχονται συχνά από υπέρμετρο ενθουσιασμό για τα νέα τεχνολογικά επιτεύγματα. Ο ενθουσιασμός αυτός οδηγεί, με τη σειρά του, στην αλόγιστη χρήση της τεχνολογίας, η οποία τελικά σύρει τον άνθρωπο σε μια εξουθένωση, καθώς αδυνατεί να ακολουθήσει τους φρενήρεις ρυθμούς ανάπτυξης της τεχνολογικής προόδου.
Όμως, το κύριο πρόβλημα δεν πηγάζει ποτέ από την τεχνολογία αυτή καθαυτή, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι οι άνθρωποι τής παραχωρούμε «χώρο» στην καθημερινότητά μας. Παρόμοια κατάσταση συμβαίνει σήμερα με την Τεχνητή Νοημοσύνη στην Αγορά Εργασίας. Η μαζοποίηση των αιτήσεων – δεκάδες ή και εκατοντάδες υποψήφιοι για μία θέση – έχει διαμορφώσει ένα περιβάλλον, στο πλαίσιο του οποίου οι εταιρείες αντιμετωπίζουν πλέον τους ανθρώπους ως δεδομένα προς επεξεργασία. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η αυτοματοποίηση δεν είναι η αιτία αλλά το σύμπτωμα: ένα εργαλείο που προσπαθεί να διαχειριστεί έναν ήδη απρόσωπο και υπερφορτωμένο μηχανισμό.
Το βασικό πρόβλημα είναι η απάνθρωπη διάσταση που έχει λάβει η διαδικασία. Οι υποψήφιοι μετατρέπονται σε αριθμούς, σε δεδομένα και σειρές πληροφοριών που πρέπει να “ταιριάξουν” με προκαθορισμένα φίλτρα. Οι ποιοτικές, προσωπικές και συχνά πρωτότυπες δεξιότητες – εκείνες που δεν χωρούν εύκολα σε λέξεις-κλειδιά – παραγκωνίζονται. Η δημιουργικότητα, η προσαρμοστικότητα ή η ιδιαίτερη διαδρομή ενός ανθρώπου δύσκολα αποτυπώνονται σε ένα τυποποιημένο σύστημα αξιολόγησης κι επιλογής.
Παράλληλα, υπάρχει και μια λανθασμένη αντίληψη από την πλευρά των υποψηφίων. Η ιδέα ότι η επιτυχία εξαρτάται από τον όγκο των αιτήσεων – όσο περισσότερες, τόσο το καλύτερο – ενισχύει το ίδιο το πρόβλημα. Οι μαζικές, μη στοχευμένες αιτήσεις οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερο φόρτο για τις εταιρείες, οι οποίες με τη σειρά τους βασίζονται όλο και περισσότερο σε αυτοματοποιημένα εργαλεία επιλογής. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος: ποσότητα αντί για ποιότητα, ταχύτητα αντί για ουσία.
Η ιστορία της απόφοιτης, λοιπόν, δεν είναι αβάσιμη ως εμπειρία, αλλά είναι ελλιπής ως ερμηνεία. Η Τεχνητή Νοημοσύνη όντως εντείνει την απόσταση ανάμεσα σε υποψήφιους και εργοδότες, όμως δεν την προκαλεί. Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται σε ένα σύστημα που έχει αποδεχτεί ως κανονικό να αξιολογεί ανθρώπους με όρους μαζικής, αυτοματοποιημένης παραγωγής.
Αν υπάρχει κάτι που πρέπει να επανεξεταστεί, δεν είναι μόνο τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται, αλλά η ίδια η φιλοσοφία της χρήσης τους. Μια αγορά εργασίας που αγνοεί την ατομικότητα και την ποιότητα δεν θα γίνει πιο δίκαιη απλώς αφαιρώντας την τεχνολογία. Αντίθετα, χρειάζεται μια βαθύτερη αλλαγή: επιστροφή σε πιο ουσιαστικές, ανθρώπινες και στοχευμένες διαδικασίες, όπου οι υποψήφιοι θα αντιμετωπίζονται όχι ως δεδομένα, αλλά ως ολοκληρωμένες προσωπικότητες με μοναδικά, ποιοτικά χαρακτηριστικά…











