Η ελληνική πολιτική σκηνή εισέρχεται ίσως στην πιο αβέβαιη περίοδο μετά το τέλος της οικονομικής κρίσης. Η κυριαρχία της Νέα Δημοκρατία παραμένει ισχυρή σε επίπεδο εξουσίας, αλλά εμφανίζει πλέον σαφή σημάδια πολιτικής και κοινωνικής φθοράς. Την ίδια στιγμή, η αντιπολίτευση αδυνατεί ακόμη να διαμορφώσει ένα ενιαίο και πειστικό εναλλακτικό αφήγημα, ενώ νέα πολιτικά σχήματα και πρόσωπα επιχειρούν να καλύψουν το κενό εκπροσώπησης που αισθάνεται ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας.
Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό τοπίο που χαρακτηρίζεται από τρία βασικά στοιχεία: κόπωση, δυσπιστία και ρευστότητα.
Του ΔημήτρηΤζιβελέκη

Παρά τις κυβερνητικές αναφορές σε ανάπτυξη, επενδύσεις και δημοσιονομική σταθερότητα, το βασικό πρόβλημα για τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών παραμένει η καθημερινότητα.
Η ακρίβεια στα τρόφιμα, το ενεργειακό κόστος, τα ενοίκια, η αδυναμία αποταμίευσης και η αίσθηση ότι «ο μισθός τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας» διαμορφώνουν ένα κοινωνικό υπόστρωμα δυσαρέσκειας που δεν αποτυπώνεται πάντα πλήρως στις δημοσκοπήσεις.
Παράλληλα, ζητήματα όπως, η κατάσταση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, η ανασφάλεια των νέων εργαζομένων, η στεγαστική κρίση, οι υποθέσεις παρακολουθήσεων, η αργή απονομή δικαιοσύνης και κυρίως η υπόθεση των Τεμπών, έχουν ενισχύσει ένα βαθύτερο κλίμα δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς και στο πολιτικό σύστημα συνολικά. Αυτό ακριβώς το κλίμα αποτελεί σήμερα το πιο κρίσιμο πολιτικό δεδομένο.
Η κυβέρνηση παραμένει πρώτη, αλλά όχι πλέον αδιαμφισβήτητη
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να διατηρεί συγκριτικό πλεονέκτημα ως προς την εικόνα κυβερνησιμότητας και πολιτικής σταθερότητας. Η αντιπολίτευση δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να συγκροτήσει ένα μέτωπο με σαφές πρόγραμμα, ενιαία γραμμή και κοινωνική δυναμική. Ωστόσο, η εικόνα της παντοδυναμίας έχει αρχίσει να υποχωρεί.
Η κυβέρνηση βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη εκτός από τη φυσιολογική φθορά της μακράς παραμονής στην εξουσία και με τη διάβρωση της εμπιστοσύνης. Η τραγωδία των Τεμπών λειτούργησε ως πολιτικός και ψυχολογικός καταλύτης. Για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, αποτέλεσε σύμβολο ενός κράτους που εμφανίζεται αναποτελεσματικό, αργό και συχνά αδιάφορο απέναντι στην κοινωνική απαίτηση για λογοδοσία.
Αυτό σηματοδοτεί ότι η εμπιστοσύνη αρχίζει να ραγίζει και οι πολιτικές ισορροπίες μπορούν να αλλάξουν πολύ γρηγορότερα από όσο δείχνουν οι αριθμοί.
Η κρίση της παραδοσιακής αντιπολίτευσης
Το μεγαλύτερο πρόβλημα του σημερινού πολιτικού συστήματος είναι ίσως ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μετατρέπεται αυτόματα σε οργανωμένη πολιτική εναλλακτική.
Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής προσπαθεί να εμφανιστεί ως θεσμική και σοβαρή δύναμη, όμως δυσκολεύεται να αποκτήσει δυναμική εξουσίας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία εξακολουθεί να αναζητά ταυτότητα μετά τη βαθιά εσωτερική του κρίση και την απώλεια της κυβερνητικής του αίγλης.
Την ίδια στιγμή, μικρότερα κόμματα κινούνται σε μια διαρκή προσπάθεια απορρόφησης της λαϊκής δυσαρέσκειας, χωρίς όμως να μπορούν να συγκροτήσουν ευρύτερο κοινωνικό ρεύμα. Αυτό δημιουργεί ένα πολιτικό κενό. Και όπου υπάρχει κενό, εμφανίζονται νέοι παίκτες.
Το comeback του Τσίπρα
Ο Αλέξης Τσίπρας φαίνεται να επιχειρεί σταδιακά την πολιτική του επανατοποθέτηση. Οι τελευταίες δημόσιες παρεμβάσεις του δείχνουν μια προσπάθεια υπέρβασης των στενών κομματικών ορίων και διαμόρφωσης ενός νέου «προοδευτικού μετώπου» με αιχμή το κράτος δικαίου, τη δημοκρατική λειτουργία, την κοινωνική ανισότητα και την ανάγκη πολιτικής αλλαγής.
Το ερώτημα όμως παραμένει εξαιρετικά δύσκολο, για το εάν μπορεί ο ίδιος να επιστρέψει ως φορέας ανανέωσης όταν η δική του διακυβέρνηση εξακολουθεί να προκαλεί έντονες αντιδράσεις; Το 2015 παραμένει ανοιχτή πληγή για πολλούς ψηφοφόρους. Το δημοψήφισμα, η υπογραφή του τρίτου μνημονίου, η ακραία πόλωση εκείνης της περιόδου και οι καταγγελίες περί παρεμβάσεων στους θεσμούς εξακολουθούν να βαραίνουν την πολιτική του εικόνα.
Παρόλα αυτά, ο Τσίπρας διαθέτει ακόμη κάτι που λείπει από πολλούς αντιπάλους του. Τι είναι αυτό; Το πολιτικό εκτόπισμα και το αναγνωρίσιμο ηγετικό προφίλ. Οπότε ένα κόμμα υπό τον Αλέξη Τσίπρα, θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές ανακατατάξεις κυρίως στον χώρο της κεντροαριστεράς και της ευρύτερης αντιπολίτευσης.
Το φαινόμενο Καρυστιανού
Ακόμη πιο απρόβλεπτος είναι ο παράγοντας Μαρία Καρυστιανού. Η δημόσια παρουσία της, μέσα από την υπόθεση των Τεμπών, απέκτησε ισχυρό συμβολικό φορτίο. Για ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας, με αφορμή την τραγωδία των Τεμπών, εκφράζει την απαίτηση για δικαιοσύνη, διαφάνεια και λογοδοσία.
Αν γύρω από την Καρυστιανού διαμορφωθεί ένα πολιτικό ή κοινωνικό σχήμα με αντισυστημικά χαρακτηριστικά, θα μπορούσε να απορροφήσει, απογοητευμένους ψηφοφόρους όλων των κομμάτων, πολίτες που απέχουν, νέους ανθρώπους που αισθάνονται πολιτικά άστεγοι, αλλά και ένα ευρύ κομμάτι κοινωνικής οργής που σήμερα δεν εκπροσωπείται οργανωμένα.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ένα τέτοιο σχήμα δεν θα λειτουργούσε απαραίτητα με τους παραδοσιακούς ιδεολογικούς άξονες αριστεράς–δεξιάς. Θα μπορούσε να κινηθεί περισσότερο πάνω στον άξονα «σύστημα–κοινωνία», αξιοποιώντας το ήδη υπαρκτό κλίμα δυσπιστίας απέναντι στο πολιτικό προσωπικό. Και αυτό ακριβώς είναι που ανησυχεί τα παραδοσιακά κόμματα.
Οι επόμενες εκλογές ίσως είναι οι πιο απρόβλεπτες
Το πολιτικό σύστημα της μεταμνημονιακής περιόδου στηρίχθηκε κυρίως στην ανάγκη σταθερότητας. Όμως πλέον η σταθερότητα από μόνη της δεν αρκεί για να καλύψει τη συσσωρευμένη κοινωνική κόπωση. Οι επόμενες εκλογές ενδέχεται να μην κριθούν μόνο από την οικονομία ή την κομματική συσπείρωση. Μπορεί να κριθούν από το ποιος θα πείσει ότι καταλαβαίνει την κοινωνική αγωνία, το ποιος θα εκφράσει πιο πειστικά την ανάγκη δικαιοσύνης και το ποιος θα καταφέρει να εμφανιστεί ως αυθεντικός φορέας πολιτικής αλλαγής.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι κινήσεις Τσίπρα και τα πιθανά νέα σχήματα γύρω από πρόσωπα όπως η Καρυστιανού αποτελούν ενδείξεις μιας βαθύτερης μετατόπισης. Η Ελλάδα φαίνεται να μπαίνει ξανά σε περίοδο πολιτικής αναδιάταξης. Και όταν οι κοινωνίες μπαίνουν σε τέτοιες φάσεις, οι βεβαιότητες συνήθως καταρρέουν πιο γρήγορα απ’ όσο περιμένει το πολιτικό σύστημα.











