Η ζάχαρη βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο της διατροφικής συζήτησης και δεν είναι λίγοι εκείνοι που τη θεωρούν τον βασικό «ένοχο» για μια σειρά προβλημάτων υγείας. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη. Η ζάχαρη αποτελεί βασική πηγή ενέργειας για τον οργανισμό και είναι απαραίτητη για τη σωστή λειτουργία του, αρκεί να καταναλώνεται με μέτρο και στη σωστή μορφή.
Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, το ζήτημα δεν είναι η παρουσία της ζάχαρης στη διατροφή μας, αλλά η ποσότητα και κυρίως το είδος της. Υπάρχει σαφής διαφορά ανάμεσα στα σάκχαρα που βρίσκονται φυσικά στα τρόφιμα και σε εκείνα που προστίθενται κατά την επεξεργασία.
Οι φυσικές ζάχαρες, όπως η φρουκτόζη στα φρούτα και τα λαχανικά ή η λακτόζη στα γαλακτοκομικά προϊόντα, δεν θεωρούνται απειλή. Αντιθέτως, συνοδεύονται από φυτικές ίνες, βιταμίνες και μέταλλα, όπως το ασβέστιο, που επιβραδύνουν την απορρόφησή τους και προσφέρουν ουσιαστικά οφέλη για την υγεία.
Η εικόνα αλλάζει όταν πρόκειται για πρόσθετα σάκχαρα. Αυτά προστίθενται σε τρόφιμα και ροφήματα για να ενισχύσουν τη γεύση και περιλαμβάνουν τη λευκή ζάχαρη, τα σιρόπια, το μέλι και τους ζαχαρούχους χυμούς. Παρότι συχνά παρουσιάζονται ως πιο «αθώα», επιβαρύνουν τον οργανισμό με θερμίδες χωρίς διατροφική αξία και συμβάλλουν στη διαταραχή του μεταβολισμού.
Ο Αμερικανικός Σύλλογος Καρδιολογίας συστήνει οι γυναίκες και τα παιδιά να μην ξεπερνούν τα έξι κουταλάκια ημερησίως και οι άνδρες τα εννέα, προκειμένου να περιοριστούν οι κίνδυνοι για την καρδιαγγειακή υγεία.
Η έμφαση στις φυσικές πηγές και ο περιορισμός των πρόσθετων σακχάρων μπορούν να κάνουν τη διαφορά ανάμεσα σε μια ισορροπημένη διατροφή και σε μια συνήθεια που επιβαρύνει την υγεία μακροπρόθεσμα.











