Στην Ελλάδα του 2026, το πένθος μοιάζει πλέον με μόνιμο κάτοικο. Δεν είναι μόνο ο αριθμός των θυμάτων, είναι η αίσθηση του «άδικου» που διαπερνά κάθε σπίτι, από την Αλεξάνδρεια Ημαθίας μέχρι τα Τρίκαλα, θυμίζοντάς μας πως η ανθρώπινη ζωή στην πατρίδα μας παραμένει συχνά εκτεθειμένη στην τύχη ή την αμέλεια. Το πένθος δεν έρχεται πια ως εξαίρεση, έρχεται σαν ρουτίνα, σαν είδηση των οκτώ.
Του Δημήτρη Τζιβελέκη

Η μετωπική σύγκρουση στο χωριό Λαγκόζ της Ρουμανίας πέρα από ένα τροχαίο ήταν η βίαιη διακοπή της χαράς επτά νέων ανθρώπων, οπαδών του ΠΑΟΚ, που ταξίδευαν για να ακολουθήσουν το πάθος τους στη Γαλλία. Η απώλεια των επτά «αετόπουλων» ξύπνησε τα τραύματα παλιών και νεότερων τραγωδιών, υπενθυμίζοντας πως ο «δρόμος του θανάτου» δεν γνωρίζει σύνορα όταν η απουσία προστασίας και πρόληψης συναντά την ανθρώπινη ευαλωτότητα. Δεν χάθηκαν απλώς φίλαθλοι κάποιας ομάδας το σημαντικότερο είναι ότι χάθηκαν παιδιά που είχαν σχέδια και ένα μέλλον που δεν πρόλαβαν να το ζήσουν.
Λίγες ώρες νωρίτερα, στα Τρίκαλα, η έκρηξη στο εργοστάσιο «Βιολάντα» μετέτρεψε μια νυχτερινή βάρδια σε πύρινη κόλαση. Πέντε γυναίκες, πέντε μάνες και εργαζόμενες, δεν επέστρεψαν ποτέ στα σπίτια τους. Εδώ, η ευαισθησία συναντά την οργή με δεδομένο τις αναφορές για πιθανή διαρροή προπανίου που προκάλεσαν το ατύχημα. Παράλληλα ίπταται ένα οδυνηρό ερώτημα για την αξία της ασφάλειας στον εργασιακό χώρο. Πόσο κοστίζει, τελικά, η πρόληψη; Και πόσο φθηνά αποτιμάται ακόμη η ανθρώπινη ζωή όταν μπαίνει δίπλα σε λέξεις όπως «παραγωγή», «κόστος», «βάρδια»;
Το κοινό νήμα αυτών των τραγωδιών δεν είναι η κακιά στιγμή. Είναι η κανονικοποίηση του κινδύνου. Οι δρόμοι που «όλοι ξέρουν πως είναι επικίνδυνοι». Τα εργοστάσια που «πάντα έτσι δούλευαν». Οι έλεγχοι που αναβάλλονται, οι ευθύνες που διαχέονται μέχρι να χαθούν. Κάπως έτσι, η τραγωδία παύει να σοκάρει και αρχίζει να ενσωματώνεται στην καθημερινότητα, σαν ένα βαρύ αλλά γνώριμο σκηνικό.
Και τότε συμβαίνει κάτι ακόμη πιο ανήσυχο, μαθαίνουμε να συνεχίζουμε. Μετράμε νεκρούς, ανάβουμε κεριά, γράφουμε αναρτήσεις, και επιστρέφουμε στη ζωή μας λίγο πιο κουρασμένοι, λίγο πιο κυνικοί. Όμως κάθε φορά που το κάνουμε χωρίς να απαιτούμε απαντήσεις, αφήνουμε χώρο στην επόμενη τραγωδία να συμβεί.
Ίσως το πραγματικό στοίχημα δεν είναι να συνηθίσουμε τον πόνο, αλλά να αρνηθούμε την εξοικείωση με το άδικο. Να επιμείνουμε πως τίποτα από αυτά δεν είναι «μοιραίο». Πως οι ζωές που χάθηκαν δεν ήταν απώλειες της τύχης, αλλά καθρέφτες ενός συστήματος που ακόμα δεν έμαθε να προστατεύει όσους το κρατούν όρθιο.
Γιατί μια κοινωνία δεν κρίνεται από το πώς θρηνεί, αλλά από το αν μαθαίνει και γίνεται καλύτερη από όλα αυτά που συμβαίνουν.











