Η εικόνα μιας Βουλής όπου οι ανεξάρτητοι βουλευτές αποτελούν τη δεύτερη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη θα έπρεπε να προκαλεί έντονο πολιτικό προβληματισμό. Όχι γιατί η ανεξαρτησία ενός βουλευτή είναι από μόνη της κάτι αρνητικό. Αντιθέτως, η διαφωνία με την κομματική γραμμή και η υπεράσπιση της προσωπικής πολιτικής συνείδησης αποτελούν συστατικά στοιχεία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η εξαίρεση τείνει να γίνει κανόνας και όταν η μετακίνηση από κόμμα σε κόμμα ή από κοινοβουλευτική ομάδα σε κοινοβουλευτική ομάδα αντιμετωπίζεται ως μια απολύτως φυσιολογική διαδικασία.

Οι πολίτες ψηφίζουν πρόσωπα, αλλά κυρίως ψηφίζουν πολιτικές προτάσεις, προγράμματα, ιδεολογικές αναφορές και κομματικές δεσμεύσεις. Στις σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες η έδρα δεν είναι ένα προσωπικό πολιτικό λάφυρο. Αποκτάται μέσα από μια συλλογική πολιτική διαδικασία, μέσω ενός κόμματος που ζητά την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος. Όταν αυτή η σχέση διαρρηγνύεται συστηματικά, δημιουργείται ένα σοβαρό ζήτημα πολιτικής νομιμοποίησης.
Η μετατροπή των ανεξάρτητων βουλευτών σε δεύτερη κοινοβουλευτική δύναμη στέλνει ένα επικίνδυνο μήνυμα προς την κοινωνία, ότι οι κοινοβουλευτικές έδρες είναι κυρίως «καρέκλες» και όχι λαϊκή εντολή συνδεδεμένη με συγκεκριμένες πολιτικές δεσμεύσεις. Ο πολίτης αρχίζει να συνηθίζει στην ιδέα ότι η έδρα ακολουθεί αποκλειστικά τον κάτοχό της και όχι την πολιτική συμφωνία που συνήψε με τους ψηφοφόρους κατά την εκλογική αναμέτρηση.
Έτσι, σταδιακά διαμορφώνεται μια κουλτούρα πολιτικού ατομικισμού. Οι συλλογικές πολιτικές δεσμεύσεις υποχωρούν και στο προσκήνιο έρχεται η προσωπική πολιτική επιβίωση. Η συζήτηση μετατοπίζεται από τις ιδέες και τα προγράμματα στις ισορροπίες προσώπων. Το κοινοβουλευτικό σύστημα κινδυνεύει να μοιάζει περισσότερο με χώρο διαχείρισης πολιτικών καριέρων παρά με πεδίο αντιπαράθεσης πολιτικών σχεδίων για τη χώρα.
Βεβαίως, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ενός βουλευτή να ανεξαρτητοποιηθεί όταν θεωρεί ότι δεν μπορεί πλέον να εκφραστεί μέσα από το κόμμα με το οποίο εξελέγη. Η ανεξαρτητοποίηση αποτελεί δημοκρατικό δικαίωμα και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι πράξη πολιτικής συνέπειας. Όμως η συσσώρευση μεγάλου αριθμού ανεξάρτητων βουλευτών δεν συνιστά ένδειξη υγείας του πολιτικού συστήματος. Αντίθετα, αποκαλύπτει κρίση εμπιστοσύνης, αδυναμία κομματικής συνοχής και συχνά απομάκρυνση από τις προσδοκίες των πολιτών.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ίσως η εξοικείωση της κοινής γνώμης με αυτό το φαινόμενο. Όσο περισσότερο οι πολίτες βλέπουν έδρες να μετακινούνται, συμμαχίες να αναδιαμορφώνονται και κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς να αλλάζουν χωρίς εκλογές, τόσο περισσότερο παγιώνεται η αντίληψη ότι η πολιτική είναι πρωτίστως ζήτημα διαχείρισης θέσεων. Ότι η έδρα ανήκει στον εκλεγμένο και όχι στη σχέση εμπιστοσύνης που οικοδομήθηκε με τους ψηφοφόρους.
Η δημοκρατία, όμως, δεν λειτουργεί μόνο με νομικούς κανόνες. Λειτουργεί και με πολιτικά ήθη. Και ένα από αυτά είναι ο σεβασμός στην εντολή των πολιτών. Όταν οι ανεξάρτητοι βουλευτές μετατρέπονται σε δεύτερη κοινοβουλευτική δύναμη, το ζήτημα δεν είναι αριθμητικό, αλλά βαθιά πολιτικό. Διότι τότε η Βουλή κινδυνεύει να εκπέμπει προς την κοινωνία το μήνυμα ότι οι έδρες είναι πρωτίστως καρέκλες και δευτερευόντως ευθύνη απέναντι στους πολίτες που τις εμπιστεύθηκαν.
Και όταν μια κοινωνία αρχίσει να πιστεύει ότι η πολιτική αφορά κυρίως τις καρέκλες, τότε το πρόβλημα βρίσκεται στην ίδια τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στη δημοκρατία και τους πολίτες της.










