Στη σύγχρονη ιστορία των λαών υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες μια κοινωνία καλείται να επανεξετάσει βαθιά τις βεβαιότητές της. Στιγμές όπου το πάθος, η ιδεολογία και η πολιτική ρητορική πρέπει να υποχωρήσουν μπροστά στην ανάγκη για ρεαλισμό και αυτογνωσία. Κάτι τέτοιο φαίνεται πως αφορά σήμερα και τον λαό του Ιράν.

Είναι ίσως καιρός ο ιρανικός λαός να απεγκλωβιστεί τόσο από το έντονο αντιϊσραηλινό μένος που καλλιεργείται επί δεκαετίες, όσο και από το δουλικό πνεύμα υποταγής προς το θεοκρατικό καθεστώς και τους εκφραστές του — τους μουλάδες που καθορίζουν την πολιτική και ιδεολογική πορεία της χώρας. Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι όταν οι κοινωνίες εγκλωβίζονται σε μονοδιάστατες αφηγήσεις εχθρότητας, το τίμημα το πληρώνουν πρωτίστως οι ίδιοι οι λαοί.
Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι οι Πέρσες έχουν βρεθεί και στο παρελθόν μπροστά σε μαθήματα πολιτικής ελευθερίας. Στις σελίδες της Ηρόδοτος, συναντά κανείς ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο: όταν πρέσβεις της Σπάρτη μίλησαν στους Πέρσες για μια διαφορετική αντίληψη εξουσίας. Για μια κοινωνία όπου οι πολίτες δεν υποτάσσονται σε πρόσωπα αλλά στον νόμο. Εκείνη η ιδέα — ότι η ελευθερία πηγάζει από την υπακοή στους θεσμούς και όχι στην αυθεντία — αποτέλεσε ένα από τα θεμέλια του ελληνικού πολιτικού πολιτισμού.
Ίσως, λοιπόν, να ήταν πιο ωφέλιμο σήμερα να ξαναδιαβαστεί εκείνο το επεισόδιο της ιστορίας, αντί να κυριαρχεί στους δρόμους η ρητορική της εκδίκησης. Διότι η ιστορία και το μέλλον των λαών δεν γράφονται μόνο με όπλα και συνθήματα. Γράφονται κυρίως με τη δύναμη που διαθέτουν να βλέπουν την πραγματικότητα καθαρά — και να πράττουν σύμφωνα με αυτήν.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ιρανικός λαός ίσως χρειάζεται να «ξεπεζέψει» από το συμβολικό νεκρό άλογο της ιδεολογικής αποστολής του καθεστώτος ως υπερασπιστή όλων των καταπιεσμένων μουσουλμάνων του κόσμου. Πρόκειται για μια αφήγηση που, όσο ηθικά ελκυστική κι αν παρουσιάζεται, λειτουργεί συχνά ως πολιτικό άλλοθι για συγκρούσεις και στρατηγικές επιλογές που επιβαρύνουν πρωτίστως την ίδια την ιρανική κοινωνία.
Είναι πραγματικά κρίμα ένας λαός με ιστορία χιλιάδων ετών — φορέας ενός από τους αρχαιότερους πολιτισμούς της ανθρωπότητας — να σφυροκοπείται οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά στο όνομα επιλογών της θεοκρατικής ηγεσίας του. Ακόμη περισσότερο όταν αυτές οι επιλογές συναντούν, στην άλλη πλευρά του παγκόσμιου πολιτικού σκηνικού, την εξίσου προβληματική αντίληψη κάποιων ισχυρών ηγετών για τον ρόλο τους στον κόσμο.
Η ανθρωπότητα, παρά την τεράστια τεχνολογική και επιστημονική της πρόοδο, εξακολουθεί να κουβαλά τα ίδια αρχαία αντανακλαστικά σύγκρουσης. Παρότι έχουν περάσει εκατομμύρια χρόνια από την εμφάνιση του Homo sapiens, ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν έχει εξελιχθεί αρκετά ώστε οι κοινωνίες να επιλέγουν αυτονόητα την ειρήνη αντί του πολέμου.
Γι’ αυτό και ο ρεαλισμός παραμένει αναγκαία αρετή στην πολιτική. Οι λαοί και τα κράτη οφείλουν να βλέπουν τον κόσμο όπως είναι και όχι όπως θα ήθελαν να είναι. Και μέσα σε αυτόν τον ρεαλισμό δεν θα πρέπει να λησμονείται και κάτι ακόμη: η ανάγκη να διατηρείται, έστω ως εσωτερική πυξίδα, μια στοιχειώδης ηθική τάξη του κόσμου.
Διότι χωρίς αυτήν, ακόμη και οι πιο ισχυρές αυτοκρατορίες ή τα πιο φανατικά καθεστώτα αποδεικνύονται τελικά εύθραυστα μπροστά στη δύναμη της ιστορίας.











