Λέγεται συχνά ότι το ποδόσφαιρο αποτελεί μια παγκόσμια γλώσσα. Η διατύπωση είναι εύστοχη, αλλά παραμένει ανολοκλήρωτη. Διότι η αξία μιας παγκόσμιας γλώσσας δεν βρίσκεται στο ότι καταργεί τις επιμέρους γλώσσες, αλλά στο ότι επιτρέπει σε διαφορετικούς ανθρώπους να επικοινωνούν χωρίς να παύουν να είναι διαφορετικοί. Ακριβώς αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα πολιτισμικά μηνύματα που εκπέμπει το σύγχρονο ποδόσφαιρο: μας φέρνει κοντά, όχι επειδή μας καθιστά όμοιους, αλλά επειδή δημιουργεί έναν κοινό χώρο μέσα στον οποίο κάθε λαός μπορεί να εμφανιστεί με τη δική του ιστορία, τη δική του μνήμη και τον δικό του τρόπο να αντιλαμβάνεται τον κόσμο.
Γράφει ο Δρ Δημήτριος Γκίκας, Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας

Μια ποδοσφαιρική διοργάνωση, όπως το Παγκόσμιο Κύπελλο, πέρα από συνάντηση ομάδων, αποτελεί συνάντηση πολιτισμών. Οι εμφανίσεις των εθνικών ομάδων, οι ύμνοι, οι χειρονομίες και οι τελετουργίες παικτών και φιλάθλων, καθώς και τα σύμβολα που μεταφέρονται στις εξέδρες συγκροτούν ένα πολύχρωμο πολιτισμικό τοπίο. Πίσω από κάθε ομάδα βρίσκεται μια εθνική κοινωνία και πίσω από κάθε κοινωνία ένας ιδιαίτερος τρόπος ζωής, μια ιστορική εμπειρία και μια συλλογική μνήμη.
Χαρακτηριστική υπήρξε η εικόνα του Ιάπωνα προπονητή Χατζίμε Μοριγιάσου μετά τον αποκλεισμό της Ιαπωνίας. Ο Μοριγιάσου πλησίασε την εξέδρα των Ιαπώνων φιλάθλων και υποκλίθηκε βαθιά μπροστά τους. Δεν επρόκειτο για μια σκηνοθετημένη κίνηση δημοσίων σχέσεων. Η υπόκλιση αποτελεί βαθιά ριζωμένο στοιχείο της ιαπωνικής κοινωνικής συμπεριφοράς. Εκφράζει ευγνωμοσύνη, σεβασμό, ταπεινότητα, αλλά και αναγνώριση της ευθύνης απέναντι στον άλλον. Με μία λιτή κίνηση, ο Ιάπωνας προπονητής μετέφερε στο παγκόσμιο κοινό ολόκληρη σχεδόν την ηθική γραμματική του πολιτισμού του.
Εκείνη τη στιγμή δεν εκπροσωπούσε μόνο μια ποδοσφαιρική ομάδα που είχε μόλις ηττηθεί. Εκπροσωπούσε έναν λαό που, παρά την εντυπωσιακή τεχνολογική και οικονομική του ανάπτυξη και παρά τη βαθιά επαφή του με τον δυτικό τρόπο ζωής, δεν εγκατέλειψε τα πολιτιστικά γνωρίσματα που συγκρότησαν την ταυτότητά του. Η Ιαπωνία εκσυγχρονίστηκε χωρίς να θεωρήσει αναγκαίο να απαρνηθεί τον εαυτό της. Η υπόκλιση του προπονητή της μας υπενθύμισε ότι η πρόοδος δεν προϋποθέτει τη λήθη.
Διαφορετικής μορφής, αλλά αντίστοιχης συμβολικής ισχύος είναι η περίφημη νορβηγική χειρονομία του Viking Row. Παίκτες και φίλαθλοι κάθονται ο ένας πίσω από τον άλλον και κινούν συντονισμένα τα χέρια και το σώμα τους, σαν να κωπηλατούν. Η κίνηση συνοδεύεται από ρυθμικό τύμπανο και το επιφώνημα «ro», δηλαδή «κωπηλατήστε». Η τελετουργία αυτή διαδόθηκε στις κερκίδες, στους δρόμους, στις πλατείες και σ’ ολόκληρη σχεδόν τη νορβηγική κοινωνία, συνδέοντας τη σύγχρονη εθνική ομάδα με τη ναυτική και μεσαιωνική μνήμη του τόπου της.
Ασφαλώς, οι σημερινοί Νορβηγοί δεν είναι οι Βίκινγκς του Μεσαίωνα. Τα ιστορικά σύμβολα, όμως, δεν χρησιμοποιούνται πάντοτε ως κυριολεκτικές αναπαραστάσεις του παρελθόντος. Λειτουργούν συχνά ως γέφυρες μνήμης. Η συμβολική κωπηλασία παραπέμπει στη συλλογική προσπάθεια, στον συγχρονισμό, στην κοινή κατεύθυνση και στην πεποίθηση ότι κανένα πλήρωμα δεν μπορεί να φτάσει στον προορισμό του, εάν κάθε μέλος του κωπηλατεί μόνο του. Πρόκειται, επομένως, για ένα σύμβολο που δεν αφορά μόνο την πολεμική παράδοση των Βίκινγκς, αλλά και τη σύγχρονη ιδέα της κοινωνικής συνοχής.
Η συγκεκριμένη πολιτισμική αναφορά αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος μέσα από μια πρόσφατη πράξη του κορυφαίου Νορβηγού επιθετικού Έρλινγκ Μπράουτ Χάαλαντ. Ο Χάαλαντ και ο πατέρας του απέκτησαν σε δημοπρασία ένα εξαιρετικά σπάνιο βιβλίο του 16ου αιώνα, το οποίο αναφέρεται στην ιστορία των βασιλικών οίκων της Νορβηγίας. Το βιβλίο αγοράστηκε έναντι ιδιαίτερα υψηλού χρηματικού τιμήματος. Αντί, όμως, να το φυλάξει ως ιδιωτικό συλλεκτικό κειμήλιο, ο Χάαλαντ το προσέφερε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, ώστε να εκτίθεται δημοσίως και να είναι προσβάσιμο σε όλους.
Η επιλογή του έχει ξεχωριστή σημασία. Ένας από τους πλέον αναγνωρίσιμους αθλητές του κόσμου δεν περιορίστηκε σε μια οικονομική δωρεά ούτε επέλεξε απλώς να χρηματοδοτήσει μια αθλητική εγκατάσταση. Αγόρασε ένα βιβλίο. Δηλαδή έναν φορέα γλώσσας, ιστορίας και συλλογικής αυτογνωσίας και μάλιστα ένα βιβλίο που αφηγείται το παρελθόν της Νορβηγίας. Συνέδεσε, μ’ αυτόν τον τρόπο, τη σημερινή κοινωνία με τις αφηγήσεις μέσα από τις οποίες οι προηγούμενες γενιές κατανόησαν τον εαυτό τους.
Η κίνηση αυτή συμπληρώνει κατά έναν εντυπωσιακό τρόπο την περίφημη χειρονομία του Viking Row. Η πρώτη ζωντανεύει τη μνήμη, η δεύτερη την προστατεύει. Και στις δύο περιπτώσεις, το μήνυμα είναι κοινό: ένας λαός δεν ζει μόνο στο παρόν του. Ζει επίσης μέσα σε όσα θυμάται και σε όσα επιλέγει να παραδώσει στις επόμενες γενιές.
Ακόμα ισχυρότερη πολιτικά υπήρξε η εικόνα του Κονγκολέζου φιλάθλου Μισέλ Κούκα Μπολαντίνγκα, γνωστού πλέον ως «Lumumba Vea». Στους αγώνες της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό στεκόταν ακίνητος επί ενενήντα λεπτά, με το δεξί του χέρι υψωμένο, μιμούμενος το άγαλμα του Πατρίς Λουμούμπα στην Κινσάσα. Τα χρώματα του ενδύματός του παρέπεμπαν στη σημαία της χώρας του, ενώ ολόκληρη η παρουσία του λειτουργούσε ως ζωντανό μνημείο.
Ο Λουμούμπα υπήρξε ο πρώτος πρωθυπουργός του ανεξάρτητου Κονγκό και ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα του αφρικανικού αντιαποικιακού αγώνα. Στην ιστορική ομιλία του κατά την τελετή της ανεξαρτησίας το 1960, παρουσία του βασιλιά Μποντουέν του Βελγίου, αρνήθηκε να παρουσιάσει την αποικιοκρατία ως πράξη πολιτιστικής ευεργεσίας και μίλησε ανοιχτά για την καταπίεση, τις ταπεινώσεις και τη βία που είχε υποστεί ο λαός του. Λίγους μήνες αργότερα συνελήφθη, βασανίστηκε και δολοφονήθηκε.
Ο Κονγκολέζος φίλαθλος, επομένως, δεν φορούσε απλώς μια εντυπωσιακή στολή. Μετέφερε στο γήπεδο ένα τραυματικό τμήμα της ιστορίας του λαού του. Ανάμεσα στις επευφημίες, στα συνθήματα και στις σημαίες, υπενθύμιζε ότι η ανεξαρτησία δεν υπήρξε δώρο, αλλά κατακτήθηκε μέσα από αγώνες και θυσίες. Το σώμα του μετατράπηκε σε φορέα ιστορικής μαρτυρίας και το ποδοσφαιρικό στάδιο, έστω για λίγο, σε δημόσιο χώρο μνήμης.
Τα τέσσερα αυτά παραδείγματα είναι μεταξύ τους πολύ διαφορετικά. Η ιαπωνική υπόκλιση εκφράζει έναν πολιτισμό σεβασμού και αυτοπειθαρχίας. Η νορβηγική κωπηλασία ανακαλεί τη θαλασσινή και σκανδιναβική παράδοση. Η δωρεά του Χάαλαντ διασώζει ένα πολύτιμο τεκμήριο ιστορικής μνήμης. Η μορφή του Λουμούμπα στις εξέδρες επαναφέρει την εμπειρία της αποικιοκρατίας και του αγώνα για ανεξαρτησία. Όλες αυτές οι εκφράσεις, όμως, συναντώνται μέσα σ’ ένα κοινό πλαίσιο, μια παγκόσμια αθλητική διοργάνωση.
Τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι η παγκοσμιοποίηση, ως πολιτικό γεγονός, δεν είναι υποχρεωτικό να σημαίνει ομοιομορφία. Στη σύγχρονη εποχή, η παγκοσμιοποίηση τείνει συχνά να παρουσιάζεται ως μια διαδικασία αναπόφευκτης πολιτισμικής εξομοίωσης. Οι ίδιες εμπορικές αλυσίδες, τα ίδια προϊόντα, οι ίδιες ψηφιακές πλατφόρμες, τα ίδια πρότυπα ψυχαγωγίας και, ολοένα συχνότερα, η ίδια απλουστευτική διεθνής πολιτική γλώσσα και ιδεολογία δημιουργούν την εντύπωση ενός κόσμου στον οποίο οι τοπικές ιδιαιτερότητες αποτελούν εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί.
Για τον λόγο αυτόν, η εθνική και πολιτισμική ταυτότητα αντιμετωπίζεται συχνά ως κατάλοιπο μιας εποχής που οφείλει να παρέλθει. Η ιστορική μνήμη υποχωρεί μπροστά στην υποτιθέμενη αναγκαιότητα «παγκόσμιας συνεννόησης» και της ομοιόμορφης, σε βαθμό σκανδαλώδη, πληροφόρησης. Οι παραδόσεις μετατρέπονται σε τουριστικό θέαμα, ένα είδος «φολκλόρ» άνευ ουσίας και σημασίας. Τα σύμβολα αποκόπτονται από το περιεχόμενό τους και χρησιμοποιούνται ως καταναλωτικά προϊόντα. Οι λαοί κινδυνεύουν έτσι να συνεχίσουν να υπάρχουν διοικητικά, αλλά να παύσουν σταδιακά να υπάρχουν πολιτισμικά.
Το ποδόσφαιρο, όσο παράδοξο και αν φαίνεται, δείχνει πως μπορεί να προσφέρει ένα διαφορετικό υπόδειγμα. Πρόκειται για ένα άθλημα με κοινούς κανόνες σε ολόκληρο τον κόσμο. Το γήπεδο έχει παντού τις ίδιες διαστάσεις, οι ομάδες αγωνίζονται με τον ίδιο αριθμό παικτών και το παιχνίδι διέπεται από έναν κοινό κώδικα. Μέσα, όμως, σ’ αυτό το κοινό, παγκόσμιο πλαίσιο, κάθε λαός εξακολουθεί να εκφράζεται διαφορετικά.
Οι Ιάπωνες υποκλίνονται. Οι Νορβηγοί κωπηλατούν. Οι Κονγκολέζοι ανακαλούν τους αγωνιστές της ανεξαρτησίας τους. Κάθε εθνικός ύμνος ακούγεται στη δική του γλώσσα και κάθε σημαία μεταφέρει τη δική της ιστορία. Οι κοινοί κανόνες δεν καταργούν τις επιμέρους ταυτότητες. Αντιθέτως, τους προσφέρουν τη δυνατότητα να συναντηθούν.
Αυτή είναι η ουσιαστικότερη απάντηση στο ψευδές δίλημμα μεταξύ εθνικής ταυτότητας και διεθνούς επικοινωνίας. Δεν χρειάζεται ένας λαός να ξεχάσει ποιος είναι για να συνομιλήσει με τους άλλους. Δεν χρειάζεται να εγκαταλείψει τη γλώσσα, τα σύμβολα, τις παραδόσεις και τη μνήμη του για να συμμετάσχει σε μια παγκόσμια κοινότητα. Η αληθινή επικοινωνία, άλλωστε, δεν πραγματοποιείται μεταξύ άχρωμων και απρόσωπων μονάδων. Πραγματοποιείται μεταξύ ανθρώπων και λαών που έχουν κάτι δικό τους να προσφέρουν.
Ο σεβασμός στην πολιτισμική κληρονομιά δεν συνεπάγεται ούτε εθνική αλαζονεία ούτε περιφρόνηση του διαφορετικού. Το αντίθετο, μάλιστα: μόνο εκείνος που γνωρίζει την αξία της δικής του ταυτότητας μπορεί να αντιληφθεί πλήρως την ανάγκη του άλλου να προστατεύσει τη δική του. Η γνήσια αγάπη προς την πατρίδα δεν επιβάλλει τη σιωπή των άλλων πολιτισμών. Αναγνωρίζει ότι κάθε λαός έχει δικαίωμα στη μνήμη, στη γλώσσα και στην ιστορική του συνέχεια.
Μια παγκόσμια κοινότητα αξίζει να υπάρχει μόνο εφόσον μοιάζει μ’ ένα μεγάλο στάδιο στο οποίο ακούγονται πολλές φωνές κι όχι μ’ έναν απέραντο χώρο όπου όλοι επαναλαμβάνουν τα ίδια. Η ενότητα δεν προϋποθέτει την εξάλειψη της διαφοράς. Προϋποθέτει κοινούς κανόνες, αμοιβαίο σεβασμό και την ελευθερία κάθε κοινότητας να διατηρεί όσα τη συγκροτούν.
Άρα, το ποδόσφαιρο μας διδάσκει κάτι που η πολιτική και η σύγχρονη παγκόσμια οικονομία δυσκολεύονται ακόμη να κατανοήσουν: ότι μπορούμε να παίζουμε στο ίδιο γήπεδο χωρίς να φοράμε όλοι την ίδια φανέλα. Μπορούμε να μοιραζόμαστε το ίδιο παιχνίδι, χωρίς να αφαιρούμε από κανέναν τα χρώματα, τα σύμβολα και τη μνήμη του.
Διότι οι λαοί δεν συναντώνται πραγματικά όταν έχουν προηγουμένως λησμονήσει ποιοι είναι. Συναντώνται όταν φέρνουν μαζί τους ό,τι πολυτιμότερο διαθέτουν – κι επιπλέον έχουν την αυτοπεποίθηση να το μοιραστούν με τον κόσμο…










