Συμπληρώνονται φέτος 50 χρόνια από το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, το οποίο έλαβε χώρα στην Κύπρο, σαν σήμερα, στις 15 Ιουλίου του 1974. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου πραγματοποιήθηκε από την Εθνική Φρουρά της Κύπρου και μερίδα στελεχών της ΕΟΚΑ Β΄, κατ’ εντολή της Χούντας των Συνταγματαρχών του Δημήτρη Ιωαννίδη.
Στόχος των πραξικοπηματιών ήταν η ανατροπή του εκλεγμένου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπου Μακαρίου Γ’ και η επίτευξη της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.
Ειδικότερα, η κατάσταση στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974 ήταν άκρως τεταμένη. Παρά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960, στο νησί δρούσαν παραστρατιωτικές οργανώσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων Εθνικιστών και παράλληλα είχαν μεσολαβήσει τα γεγονότα της Κοφίνου (αιματηρή σύγκρουση μεταξύ δυνάμεων της Εθνικής Φρουράς και Τουρκοκυπρίων στο χωριό Κοφίνου της επαρχίας Λάρνακας στις 15 Νοεμβρίου 1967) και μια μεγάλη περίοδος εμφύλιας διαμάχης στο εσωτερικό του νησιού.
Η Τουρκία όλη αυτή την περίοδο απειλούσε με εισβολή στο νησί ενώ υπήρχαν σχέδια για διχοτόμηση. Οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας-Κύπρου είχαν επιβαρυνθεί μετά το 1967 μιας και ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ήταν σε ανοιχτή σύγκρουση με τους Δικτάτορες της Ελλάδας και αντιμετωπιζόταν με καχυποψία από τις ΗΠΑ.

Έτσι, στις 15 Ιουλίου 1974 εκδηλώθηκε το πραξικόπημα στην Κύπρο. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος διέφυγε προς την Πάφο, Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κύπρου τοποθετήθηκε ο Νίκος Σαμψών, ο οποίος στη συνέχεια ανακήρυξε την “Ελληνική Δημοκρατία της Κύπρου”.
Ο Μακάριος μέσω Μάλτας και Λονδίνου έφτασε στη Νέα Υόρκη, στις 19 Ιουλίου πήρε μέρος στη σύσκεψη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ όπου και κατήγγειλε τη χούντα των Αθηνών για εισβολή. Πέντε μέρες αργότερα, στις 20 Ιουλίου, η Τουρκία εισέβαλε στρατιωτικά στην Κύπρο και ξεκίνησε η αιματηρή διχοτόμηση του νησιού και ο εκτοπισμός των Ελληνοκυπρίων από το βόρειο τμήμα της Κύπρου.

Η απόφαση του Ιωαννίδη
Η απόφαση για ανατροπή του Μακάριου, σύμφωνα με τα πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων, ελήφθη από τον Ιωαννίδη και μία ομάδα «σκληρών» αξιωματικών». Η εκτέλεση της επιχείρησης ανατέθηκε στον ταξίαρχο Μιχαήλ Γεωργίτση, με βοηθό τον διοικητή των Καταδρομών της Εθνοφρουράς, συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Κομπόκη, που πραγματοποίησε την επίθεση με άρματα κατά του Προεδρικού Μεγάρου, στις 8.15 π.μ. της 15ης Ιουλίου 1974.
Ο Μακάριος, που εκείνη την ώρα δεχόταν στο γραφείο του μια αντιπροσωπεία μαθητών από την Αίγυπτο, αναγκάστηκε να φύγει, με πολιτικά ρούχα, από την πίσω πόρτα του Προεδρικού Μεγάρου και μεταφέρθηκε με αστυνομικό όχημα, μέσα από αγροτικούς δρόμους, σε μοναστήρι στο όρος Τρόοδος. Εκεί άκουσε τον ραδιοφωνικό σταθμό της Λευκωσίας, που είχε καταληφθεί από τους πραξικοπηματίες, να αναγγέλλει… τον θάνατό του. Ωστόσο, ο Μακάριος μέσω άλλης διαδρομής έφτασε στην Πάφο. Από τον καθεδρικό ναό της πόλης, στις 13.00, απηύθυνε διάγγελμα προς τον κυπριακό λαό, διαψεύδοντας τον θάνατό του: «Ελληνικέ κυπριακέ λαέ. Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποιος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος…».
Το μήνυμα έγινε γνωστό από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Τελ Αβίβ, που το είχε λάβει χάρη στον ισχυρό πομπό του, και το αναμετάδωσε άμεσα. Ο Μακάριος κατόρθωσε να φτάσει στο Λονδίνο μέσω των αγγλικών βάσεων στην Κύπρο.
Από τις σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ της Εθνοφρουράς και του Εφεδρικού Σώματος Αστυνομίας, που ήταν φιλικά προσκείμενο στον Μακάριο, καθώς και τις ακρότητες μεταξύ οπαδών του Μακάριου και οπαδών της ενωτικής παράταξης, υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν 400-450 άτομα. Ο συνταγματάρχης Κομπόκης, αφού δεν μπόρεσε να βρει κάποιον άλλον, επέλεξε για νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον βουλευτή και δημοσιογράφο Νικόλαο Σαμψών.











